Η trap μουσική είναι ένα είδος που εμφανίζεται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα στο ελληνικό ίντερνετ –και όχι μόνο– τον τελευταίο καιρό και μπορεί να ερμηνευτεί πια με τους όρους…

Οδηγός επιβίωσης στην trap μουσική: χαρτογραφώντας ένα άγνωστο πεδίο

Η trap μουσική είναι ένα είδος που εμφανίζεται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα στο ελληνικό ίντερνετ –και όχι μόνο– τον τελευταίο καιρό και μπορεί να ερμηνευτεί πια με τους όρους hype και viral, ειδικά μετά την κυκλοφορία του Μαραντόνα του Υποχθόνιου, το οποίο σε λιγότερο από δύο μήνες κυκλοφορίας έχει ήδη πάνω από 1εκ, 2 εκ. χτυπήματα, 3 εκ. χτυπήματα (ενώ είναι πλέον βέβαιο ότι θα κυριαρχήσει ως μαζικός καλοκαιρινός ήχος). Έτσι, η μόνη περίπτωση να μην έχει ακούσει κάποιος ένα κομμάτι trap, έστω και χωρίς να το ξέρει, είναι πρακτικά να μην έχει ίντερνετ –τουλάχιστον τα τελευταία δύο χρόνια– ή να είναι τόσο φλώρος που οφείλει να σταματήσει την ανάγνωση αυτού του άρθρου εδώ και τώρα.

Βάλε λίγο Μαραντόνα «στη φάση σου για αρχή».

 

 

 

 

Τι είναι η trap όμως; Πώς προέκυψε; Πού οφείλει την ονομασία της; Τι με νοιάζουν εμένα αυτά;

Η trap ουσιαστικά προέκυψε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στον αμερικανικό νότο (southern hip hop) και αποτελούνταν από beats –η ραπ ορολογία είναι παραπάνω από χρήσιμη– τα οποία παράγονταν μέσω του Roland TR 808· περιείχε αρχικά αργούς ρυθμούς, σε tempo περίπου 140 ΒPM, προσθέτοντας έντονα το στοιχείο του μπάσου και των drums στην ηλεκτρονική μουσική. Πρακτικά, οι διαφορές της τότε trap από τη hip hop της εποχής ήταν μικρές και δυσδιάκριτες.

 

 

 

 

Εύλογα, όσοι έχουν καταφέρει να φτάσουν μέχρι αυτό το σημείο, θα αναρωτιούνται: «Γιατί τελικά αυτό το είδος μουσικής έχει ονομαστεί trap;»

starter_trap

 

Θα προσπαθήσω να αποτρέψω το google search σας και «να σας βάλω στη φάση». Η λέξη trap εμπεριέχει δύο έννοιες άμεσα συνδεδεμένες με την λέξη «παγίδα».  Ως «trap» αναφέρονταν τόσο οι  χώροι του φτωχού αμερικανικού νότου, στους οποίους γίνονταν το εμπόριο ναρκωτικών, όσο και η ίδια η χρήση. Ενώ παράλληλα, ως trap αναφερόταν και η «παγίδευση» σε ένα χωρίς διέξοδο lifestyle φτώχειας, εξαθλίωσης, βίας, ναρκωτικών και τελικά θανάτου. Μια «παγίδευση» που εξυμνείται, εμπλουτίζοντας λυρικά τα beats, με την κατανάλωση και το μαγείρεμα ναρκωτικών να έχουν τον πρώτο (και το δεύτερο) λόγο στιχουργικά. Με το Lean, τοξικό ποτό που φτιάχνεται από σιρόπι κωδεΐνης (σιρόπι για το βήχα) και Sprite να έχει το ρόλο του ναρκωτικού-μασκότ για την Trap.

 

 

 

 

Παρ’ όλα αυτά, αυτό που έχουμε σήμερα υπόψιν μας ως trap μουσική είναι κατά βάση μια μετεξέλιξη που γνώρισε το είδος, στις αρχές του millennium, όταν και έγινε το πάντρεμα της southern hip hop με «πιο μπάσα φωνητικά», την dance και την dub, όπου κυρίαρχες ήταν οι χαμηλές συχνότητες και οι επαναλήψεις ρυθμών στα κομμάτια. Έτσι, η τομή έρχεται με τον δίσκο Trap Muzic του T.I., ο οποίος εμπεριέχει την προαναφερθείσα μετεξέλιξη, ενώ παράλληλα καθιερώνει για πρώτη φορά την ονομασία «trap music», έναντι του «southern hip hop», το οποίο χρησιμοποιούνταν έως τότε για τη μουσική. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και trappers όπως ο Gucci Mane, οι Three 6 Mafia και ο Waka Flocka.

 

 

 

 

Η μεγάλη έκρηξη της trap όμως έγινε λίγο αργότερα. Βρισκόμαστε στο 2012, όταν κυκλοφορεί το κομμάτι «Harlem Shake», το οποίο έγινε viral αρκετά γρήγορα, με αποτέλεσμα το YouTube του 2013 να κατακλυστεί από βίντεο στα οποία καραγκιόζηδες χόρευαν άρρυθμα μπροστά στην κάμερα φορώντας παράξενες μάσκες, φέρνοντας έτσι την trap στο προσκήνιο της mainstream dance μουσικής.

 

 

 

 

Έκτοτε, η δημοτικότητα της trap προοδευτικά άρχισε να αυξάνεται,  με αποτέλεσμα να απορροφά ολοένα και περισσότερους rappers, όχι μόνο της mainstream σκηνής, όπως ο Kanye West, ο οποίος κυκλοφόρησε τόσο παλαιότερα κομμάτια του σε trap remixes, όσο και καινούρια trap κομμάτια του, αλλά και της underground σκηνής που δημοσίευαν τη δουλειά τους στο SoundCloud, αυξάνοντας κατακόρυφα την επισκεψιμότητά του.

 

 

 

 

Μέσω αυτής της διαδρομής, φτάνουμε στα 2015–2016, έτος κατά το οποίο η trap πλέον χτυπάει στα ίσα την dub και την dance μουσική στις ιντερνετικές αναζητήσεις και πωλήσεις, ενώ παράλληλα αμφισβητεί και την πρωτοκαθεδρία της rap, στην λεγόμενη hip hop culture.

 

 

 

 

Η ελληνική περίπτωση

Η πρώτη επαφή του ελληνικού κοινού με την trap –πέρα από εκείνη τη γραφική φυλή που άκουγε Trap «before it was cool», κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1825-1826– ήρθε κατά βάση με το «Harlem Shake», το 2012 – 2013. Το ιντερνετικό trend, έφτασε και στη χώρα μας, με την παραγωγή βίντεο να κρατιέται ποσοτικά σε υψηλά επίπεδα. Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά στο event που έκαναν «τα τρία πουλάκια του ελληνικού YouTube», μαζεύοντας περίπου 2000 άτομα.

 

 

 

 

Πέρα από την πρώτη επαφή όμως, σε εκείνο το χρονικό σημείο η Trap δεν κατάφερε να αποκτήσει σταθερό ακροατήριο και να καθιερωθεί στην ελληνική σκηνή, με τις ελάχιστες trap παραγωγές του 2013 –αλλά και τις παλαιότερες– να παραμένουν για λίγο καιρό ακόμα στο περιθώριο του ελληνικού ίντερνετ, κρατώντας «τη φάση» underground.

 

 

 

 

Με τον δίσκο Βρέχει φράγκα του Υποχθόνιου, έναν από τους πρώτους δίσκους που εμπεριέχουν trap, να περνάει σχετικά απαρατήρητος, αφού πρώτα είχε εισπράξει αρνητική κριτική κυρίως περί «ξεπουλήματος» –κατηγορία που συνοδεύει περίπου τον κάθε ράπερ, το ακροατήριο του οποίου υπερβαίνει τους γονείς του και τους θείους του.

 

 

 

 

Το πρώτο βήμα για την καθιέρωση της trap στην mainstream σκηνή ουσιαστικά γίνεται από τον Dj the Boy το 2014, με την κυκλοφορία ενός trap remix. Εκεί άρχισαν να υπάρχουν τα πρώτα σημάδια ότι «κάτι αλλάζει», με το ενδιαφέρον για αυτό το καινούριο είδος να πολλαπλασιάζεται, όπως και η διοργάνωση trap parties σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

 

 

 

 

Η μεγάλη έκρηξη όμως έρχεται λίγους μήνες μετά. Αναφέρομαι στην κυκλοφορία του κομματιού «Colombiano» από τον Υποχθόνιο, το οποίο μέσα σε λίγους μήνες είχε πιάσει τα δύο εκατομμύρια «χτυπήματα» στο YouTube, νούμερο αρκετά δυσθεώρητο, δεδομένων των έως τότε επιδόσεων της trap στο ελληνικό YouTube.

 

 

 

 

Κομβικό σημείο εδώ, πέρα από το ίδιο το κομμάτι που κυκλοφόρησε, είναι και το ποιος το κυκλοφόρησε. Ο Υποχθόνιος, μέλος των Ζωντανών Νεκρών, ενός από τα πρώτα και μεγαλύτερα συγκροτήματα της hip hop, έχοντας προφανώς καλή αντίληψη τόσο των μουσικών τάσεων, όσο και του γεγονότος ότι το κοινό της Ελλάδας είχε πλέον εξοικειωθεί με την άνοδο της trap, σε παγκόσμιο επίπεδο, πέρα από την κυκλοφορία του «Colombiano» και του remix του, το οποίο σε λιγότερο από ένα χρόνο είχε 5 εκ. views, προχώρησε και στη συγκρότηση της δικής του δισκογραφικής εταιρίας, της Capital Music, ελέγχοντας σχεδόν απόλυτα την παραγωγή της εγχώριας trap και παράλληλα δημιουργώντας και έναν κύκλο που υπερβαίνει κατά πολύ την παραδοσιακή hip hop και τους Ζωντανούς Νεκρούς. Ενώ το Remix του Colombiano, ξεπέρασε τα –όχι και τόσο στενά– όρια του ίντερνετ καταφέρνοντας να ακουστεί το καλοκαίρι του 2015 σχεδόν παντού.

 

 

 

 

Στιχουργικά, το ελληνικό trap κινείται σε παραδοσιακούς πυλώνες του ελληνικού «βρώμικου hip hop». Έτσι, για να φτιάξεις την τέλεια ρίμα που θα ντύσει στιχουργικά το beat (είπαμε, η hip hop ορολογία είναι απαραίτητη) ακολουθείς την πάντα πετυχημένη συνταγή. Μισή κουταλιά ρίμες που εμπεριέχουν «χαλαρό άραγμα με ‘γάρα που σε στέλνουν σε «άλλη φάση», μια κουταλιά αναφορά σε μπάτσους που προσπαθούν –αλλά δεν μπορούν– να σου χωθούν, μια κουταλιά μπόλικο αλκοόλ και τέλος μισή κουταλία φξδφκδμ, υλικό απαραίτητο για να μη βγαίνει απολύτως κανένα νόημα. Έτσι, έχουμε ένα δροσερό κοκτέιλ γεμάτο με cliché, για κάθε 15-18χρονο που σέβεται τον εαυτό του και «ζει τη ζωή του στα άκρα, για τη φάση».  «Χώστα Mpeli…»

 

 

 

 

Παράλληλα, κομβική θέση έχουν μισογυνικοί στίχοι, στους οποίους η γυναίκα αντικειμενοποιείται, ενώ παράλληλα η αντικειμενοποίηση αυτή θεωρείται επίτευγμα. Παραθέτω ενδεικτικά το «Θέλω να πιω» του Light, στο οποίο πέρα από την πιο σπαστική χρήση auto-tune στην ιστορία της μουσικής, υπάρχει και η αναπαραγωγή ακριβώς αυτής της ρητορικής:  «Πουτάνα δεν ήρθες πιωμένη στο πάρτι, φύγε από εδώ, ήρθες να πιεις το δικό μας μπουκάλι, φύγε από εδώ … Αν έχεις κάτι να κάνω κεφάλι, τσακίσου και φέρε το μου, θέλω να πιω».

 

 

 

 

Όπως προαναφέρθηκε, η trap ξεκίνησε από το φτωχό αμερικανικό νότο και ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το εμπόριο και τη χρήση ναρκωτικών, αλλά και την παγίδευση στο συγκεκριμένο lifestyle, που δεν είχε γυρισμό. Είναι γεγονός ότι η μεταφορά των αμερικανικών πολιτισμικών προϊόντων στην Ελλάδα είναι μια διαδικασία, η οποία εμπεριέχει ένα αναγκαίο φιλτράρισμα, ώστε το αποτέλεσμα να είναι πιο κοντινό στην ελληνική πραγματικότητα, με σκοπό να καταστεί  δυνατή η οικειοποίησή του. Έτσι, σε ένα τέτοιο επίπεδο αναλογιών, το πιο κοντινό –κατά τη φαντασία του Billy Sio– περιβάλλον με τον Αμερικανικό νότο και το εκεί lifestyle … είναι ένας καταυλισμός Ρομά, στον οποίο γίνεται εμπόριο ναρκωτικών, υπάρχουν γρήγορα αμάξια, όπλα και διάχυτη καγκουριά. Αναφέρομαι φυσικά στο «Φέρε το stuff»!

 

 

 

 

Παράλληλα, υπάρχουν και μερικά κομμάτια trap που δύσκολα μπορούν να μπουν σε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και το κομμάτι «Bruce Wayne» του Slogan, στο οποίο ο Slogan παρομοιάζεται με το Batman.

 

 

 

 

Αλλά και το «Panda» του Snik με τον Υποχθόνιο, που κάνει το πιο ηλίθιο και προφανές λογοπαίγνιο στην ιστορία των λογοπαιγνίων. Όπου το χαριτωμένο ζωάκι Panda έχει αντικαταστήσει το επίρρημα «πάντα».

 

 

 

 

Χωρίς να μπορέσω να ξεχάσω φυσικά και το «Τόνυ Μοντάνα» του Snik, το οποίο περιστρέφεται γύρω από τα βαθύτερα όνειρα του κάθε Έλληνα trapper, που προσπαθεί να αποδράσει από τη μιζέρια της ελληνικής πραγματικότητας και να γίνει έμπορος ναρκωτικών, να βγάλει πολλά λεφτά, αλλά και να καταφέρει να υποτάξει την αντικειμενοποιημένη γυναίκα, στην οποία απευθύνεται το κομμάτι.

 

 

 

 

Ουσιαστικά, εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά της trap με τη rap. Εάν δεχθούμε ότι ένα κομμάτι της rap μουσικής εμπεριείχε στιχουργικά έναν κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό, συχνά με σαφές ταξικό πρόσημο, παρά τις όποιες απλοποιήσεις, προβλήματα και λάθη, τότε με κάθε βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική trap κινείται πολύ μακριά από αυτή τη λογική, περιοριζόμενη σε ένα στενό πυρήνα προσλήψεων και ερεθισμάτων, που κατά βάση δεν έχουν υλικό αντίκρισμα στην Ελλάδα. Κάτι που εν μέρει δεν ισχύει τόσο με την αμερικανική trap, οι προπάτορες της οποίας ζούσαν όντως σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον άμεσα συνδεδεμένο με τη θεματική της μουσικής.

Από την ελληνική trap δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα έθνικ στοιχεία. Έτσι, λοιπόν, μέσα από μια διαδικασία πειραματισμών προέκυψε το «Φάτε πιείτε», του Mpelafon, το οποίο είναι αποτέλεσμα του παντρέματος της trap με την παραδοσιακή Ηπειρώτικη μουσική, αλλά και τον Τάκη Τσουκαλά. Τι μπορεί να πάει στραβά;

 

 

 

 

Είπε κάποιος «τι μπορεί να πάει στραβά;» Ορίστε λίγο κλαρινοtrap για το τέλος.

 

 

 

 

Πηγές
  1. http://runthetrap.com/what-is-trap-music/
  2. http://djmag.com/content/trap-music-under-lock-key
  3. http://www.chicagoreader.com/chicago/trap-rap-edm-flosstradamus-uz-jeffrees-lex-luger/Content?oid=7975249