Με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου και, συγκεκριμένα, του Α1 πολιτικού τμήματος,  που κρίνει τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών ως «ανυπόστατο», καθώς ο αστικός κώδικας ορίζει ρητά το διαφορετικό…

Ο πολιτικός γάμος των ομόφυλων ζευγαριών: ανυπόστατο αίτημα ή αναφαίρετο δικαίωμα;

Με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου και, συγκεκριμένα, του Α1 πολιτικού τμήματος,  που κρίνει τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών ως «ανυπόστατο», καθώς ο αστικός κώδικας ορίζει ρητά το διαφορετικό φύλο των συμβαλλόμενων μερών, η συζήτηση μεταφέρεται για άλλη μια φορά στο βασίλειο της νομικής επιστήμης. Εκεί όπου οι κοινωνικές αξιοδοτήσεις έχουν διαμορφώσει μια συγκεκριμένη επαγγελματική κουλτούρα, η οποία εκβάλλει με συγκεκριμένες παρεμβάσεις στον δημόσιο λόγο. Εκεί όπου πολλές φορές λησμονείται η ιστορικότητα των νόμων που απαθανατίζουν συγκεκριμένες στιγμές. Εκεί όπου άλλοτε οχυρωνόμαστε στο πνεύμα και άλλοτε στο γράμμα των νόμων.

Τι λέει όμως το αστικό δίκαιο για το ζήτημα των γάμων; Όπως σημειώνει η Παπαζήση (2007, σελ. 23): «το άρθρο 1350 του αστικού κώδικα, που ορίζει τις προϋποθέσεις για τη σύναψη του γάμου, απαιτεί ρητή, αυτοπρόσωπη και χωρίς αίρεση ή προθεσμία συμφωνία των μελλόνυμφων που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος. Η διάταξη και οι δύο επόμενες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της έλλειψης νόμιμης ηλικίας ή δικαιοπρακτικής ικανότητας, όχι όμως τη διαφορά φύλου (η υπογράμμιση δική μου).

Ενώ οι εκπεφρασμένες αρχές άπτονται των αρχών της ελεύθερης σύναψης του γάμου, της μονογαμίας, της ελεύθερης επιλογής του συστατικού τύπου του γάμου, της ισοβιότητας και της ισονομίας (Βάρκα Αδάμη, 2016), δεν αναφέρεται ρητά το φύλο των συμβιούντων.

Ας μη γελιόμαστε. Σιωπηρά ο νομοθέτης φαντάζεται ένα ετερόφυλο ζευγάρι. Οι δυνατές ρίζες της πατριαρχίας και της ετεροκανονικότητας, όπως αποκρυσταλλώνονται στους κανόνες δικαίου, φαντάζονται έναν άντρα και μια γυναίκα. Ιδανικά λευκούς. Ακόμα πιο ιδανικά μεσοαστούς. Α, και ορθόδοξους. Σκύλος, σπίτι αυτοκίνητο θα συνεκτιμηθούν. Όπως φαντάζονται και έναν άντρα νομοθέτη. Όπως φαντάζονται και φαντασιώνονται πολλά άλλα.

Τι γίνεται, όμως, με τον πολιτικό και παιδαγωγικό ρόλο του νόμου; Ο νόμος πρωτοπορεί της κοινωνίας του και διαμορφώνει στάσεις στο κοινωνικό σώμα; Και ποιας κοινωνίας; Αυτής στης οποίας είναι ήδη βιωμένη πραγματικότητα οι ομόφυλες οικογένειες; Των εργαζόμενων λεσβιών γυναικών που μεγαλώνουν από κοινού τα παιδιά τους; Των νέων ομαδικών οικογενειών που οι φίλοι μετέχουν ουσιωδώς της ανατροφής; Αντίθετα, με τα ευρέως κυκλοφορούντα στερεότυπα, οι ομοφυλόφιλοι άντρες και οι λεσβίες γυναίκες εμπλέκονται σε μακροχρόνιες σχέσεις στις οποίες δεν εμφανίζονται ποιοτικές διαφορές από τις αντίστοιχες ετερόφυλες σχέσεις (Feldman, 2010, σ.163). Συνεπώς, το ζήτημα της συμβίωσης που εκβάλλει σε γάμο, δεν αφορά μια υποθετική και εξωτική κατάσταση, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα από πολλούς άντρες και γυναίκες που αυτοπροσδιορίζονται ως γκέι ή λεσβίες.

Όταν στη δεκαετία του 60 τα δικαστήρια των ΗΠΑ πάτησαν πόδι και επέτρεψαν τους διαφυλετικούς γάμους, η κοινωνία κλότσαγε ακόμα. Λίγα χρόνια αργότερα φαντάζει μεσαιωνική η εποχή της απαγόρευσής τους.

Αλλά το πνεύμα του νόμου είναι κάτι βαθύτερο της απλής αναφοράς σε μια φράση του αστικού κώδικα. Αφορά τα επιχειρήματα για την ισοπολιτεία, τον εμπλουτισμό της οικογένειας και τη διαμόρφωση στάσεων και συμπεριφοράς. Αφορά επίσης και τα αντεπιχειρήματα που γίνονται για τον θεσμό του γάμου ως αντιδραστικού και καταπιεστικού μηχανισμού. Αυτά, για να ανοίξουμε λίγο τη κουβέντα και να ξεφύγουμε από τον κατακλυσμό των ειδήσεων-καρμπόν.

Ο γάμος πρόκειται για έναν θεσμό που αλλάζει διαρκώς στον ιστορικό χρόνο και στο πολιτισμικό του συμφραζόμενο. Ο γάμος, ως η πιο προβεβλημένη οργάνωση της προσωπικής ζωής στο φαντασιακό του δυτικού κόσμου, που έχει ως θεμέλιο λίθο τον έρωτα, είναι ένας πρόσφατος θεσμός, που αναδύθηκε μόλις τον 17ο αιώνα και παγιώθηκε προς τα τέλη του 19ου αιώνα (Coontz, 2008).

Οι μελέτες των κοινωνικών επιστημόνων έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στις λειτουργίες που επιτελεί η οικογένεια –που προήλθε ή όχι– από γάμο. Αυτές σχετίζονται με την οικονομική ασφάλεια, την κοινωνική συντροφικότητα και οικειότητα, την προσωπική ανάπτυξη, την ανακάλυψη της σεξουαλικότητας, την κοινωνικοποίηση και την πολιτισμική μεταβίβαση στις νεότερες γενιές (Τανταρος, 2011). Οι οικογένειες που υπερεκπροσωπούνται[1] σε Ανατολή και Δύση είναι οι πυρηνικές και οι διευρυμένες λόγω των πυκνών συστημάτων υποστήριξης και της δυνατότητας συνέχειας που παρέχουν (Sayres, 2004, σ.141).

Η πρώτη δεσμίδα επιχειρημάτων που υπεραμύνονται των γάμων των ομόφυλων περιστρέφεται γύρω από τις κομβικές έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας, που συνιστούν –σε επίπεδο διακήρυξης τουλάχιστον– την πεμπτουσία των φιλελεύθερων δυτικών δημοκρατιών. Σύμφωνα με αυτή, η δημοκρατία σημασιοδοτείται ως το πολίτευμα που περιφρουρεί τα ατομικά δικαιώματα, τα οποία, εν δυνάμει, κινδυνεύουν από την ανάμειξη άλλων πολιτών ή του κράτους (Jordi, 2015).

Οι ερευνητές που υπερασπίστηκαν τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών ρητά και άρρητα δέχονται πως η οργάνωση του βίου και τα σχέδια ζωής είναι εκφάνσεις της ατομικής ελευθερίας και μόνον αυτές επιτρέπουν την πλήρη εκδίπλωση του δυναμικού των υποκειμένων και την αυτοπραγμάτωσή τους.Έτσι, το πραγματικό επίδικο για τον Richard D. Mohr, είναι τα άτομα να καθοδηγήσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τα δικά τους «φώτα» και προσωπικές αξίες (Mohr, 2005).

Η ισότητα απέναντι στο γάμο εγείρει το ηθικής, πολιτικής και νομικής φύσης ερώτημα περί ισότητας. Η ισότητα σχετίζεται με την απόδοση ίσης αξίας στα άτομα, η οποία διακυβεύεται μόνο με το αξιόποινο της πράξης –και όχι με τη κοινωνική του ταυτότητα (δοτή ή επίκτητη). (Mohr, 2005).

Η στέρηση του αγαθού στο γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια μάλιστα αποτελεί όχι μόνο διάκριση με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά και με βάση το φύλο. (Jordi, 2015, p.44).

Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου είναι συνυφασμένη με την ιδέα της προσωπικής αξιοπρέπειας (human dignity), μια και πυρήνες της τελευταίας είναι η αυτονομία και η προστασία της ιδιωτικότητας (Sáez, 2015). Πρόκειται, με άλλα λόγια, για το αναφαίρετο δικαίωμα κάποιου να παίρνει αποφάσεις για την ζωή του.

Η έννοια της ελευθερίας στη λήψη αποφάσεων και στη διευθέτηση της οικογενειακής ζωής, ως κεντρικό επιχείρημα υπέρ της έννομης αναγνώρισης των ομόφυλων σχέσεων, προβάλλεται από την Θεοφανώ Παπαζήση. (Παπαζήση, 2007).

Η επέκταση του δικαιώματος στον γάμο νοηματοδοτείται συχνά και ως κοινωνική δικαιοσύνη (social justice) και αφορά τη διάχυση των δικαιωμάτων στα μη προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού. Ειδικά όσον αφορά τον γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, αφορά «τη διανομή συμβολικού και οικονομικού κεφαλαίου σε αυτούς που τους αρνήθηκε το δικαίωμα στον γάμο και συνεπώς που εξαιρέθηκαν από την υπόσχεση του να είσαι αντικείμενο σεβασμού και του ανήκειν, αλλά και από τα υλικά ευεργετήματα που επισυμβαίνουν μέσα στον γάμο» (Stein, 2013).

Και στα ελληνικά συμφραζόμενα, η ΟΛΚΕ, που από το 2004 βάζει στην ατζέντα της τη νομική αναγνώριση του γάμου, κάνει λόγο για την ισότητα των αστικών δικαιωμάτων που πρέπει να απολαμβάνουν όλοι και λεκτικά περιστρέφεται γύρω από τις ιδέες τις ισονομίας και ισοπολιτείας (Γιαννακόπουλος, 2012, σ. 189).

Πέρα, όμως, από την παραβίαση της αρχής της ισότητας και βασικών δικαιωμάτων για τις αστικές δημοκρατίες, η νομιμοποίηση του γάμου και των συμφώνων συμβίωσης έχει πρόσθετη συμβολική αξία.

Ακριβέστερα, αφορά την αναγνώριση από πλευράς κράτους μιας κοινωνικής και βιωμένης πραγματικότητας που έχει συστηματικά απαξιωθεί, χλευαστεί και καταδιωχθεί με κάθε τρόπο. Η πολιτεία αναγνωρίζει πλέον ως ισότιμες και σεβαστές τις εναλλακτικές σεξουαλικότητες και τους τρόπους που επιλέγουν να ζήσουν. Είναι οι περιπτώσεις όπου πρωτοπορεί δίχως να περιμένει τα αντιδραστικά στοιχεία της κοινωνίας να συμφωνήσουν. Τη στιγμή που ήρθησαν τα συνταγματικά εμπόδια για την τέλεση διαφυλετικών γάμων το 1967 στις ΗΠΑ, μόνο το 20% του πληθυσμού συμφωνούσε με αυτούς (Wolf, 2016,σ. 156). Ο νόμος όμως τέθηκε μπροστά για να σμιλεύσει συνειδήσεις και να «παιδαγωγήσει». Την πρόσληψη του νόμου ως διαμορφωτή κοινωνικών συνειδήσεων προσυπογράφει και η Κογκίδου, που θεωρεί ότι νομική αναγνώριση των ομόφυλων ζευγαριών «θα νομιμοποιήσει την κοινωνική θέση των μελών της, τις σχέσεις τους και τις οικογένειές τους» (Κογκίδου, 2007, σ.131).

Ο γάμος, που για χρόνια όριζε μια «σεξουαλική ηθική», διευρύνεται, εμπλουτίζεται, αλλά και προβληματοποιείται. Έτσι, κλονίζεται ο ίδιος ο φυσικός χαρακτήρας του γάμου (Jordi, 2015, p.46).

Η ελληνική εκδοχή της συμβολικής διάστασης αυτών των θεσπίσεων απεικονίζεται στον λόγο της ακτιβιστικής κοινότητας με όρους «κοινωνικής αναγνώρισης, ένταξης και αποδοχής», όπως επισημαίνει η Καντσά, η οποία παραθέτει αποσπάσματα από τον λόγο της συλλογικότητας ΛΟΑΤΚΙ[2] υποκειμένων, ΟΛΚΕ: «θα δείξει ότι τα ζευγάρια του ίδιου φύλου έχουμε σχέσεις βάθους και διάρκειας», «θα συμβάλει στην ορατότητά μας», «θα λειτουργήσει καταξιωτικά και αντιστιγματιστικά για γυναίκες και άντρες με ομοερωτικό προσανατολισμό», «θα διαμορφώσει θετικά την εικόνα μας στην κοινωνία»[3].

Η νομική αναγνώριση της συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών, είτε με τη μορφή του γάμου είτε με τη μορφή του συμφώνου συμβίωσης, διασφαλίζει μια πληθώρα πρακτικών θεμάτων. Η υλικότητα και η πρακτική τους αξία τα καθιστά αρκετά δημοφιλή επιχειρήματα ανάμεσα στους υποστηρικτές τους. Ακόμα και η Nancy Polikoff, που τηρεί μια πιο σκεπτικιστική στάση απέναντι στον ίδιο τον θεσμό του γάμου, καθώς παραγνωρίζει άλλες μη επίσημες μορφές συμβίωσης και οικογένειας (την ελεύθερη συμβίωση, τη single ζωή), επισημαίνει εύγλωττα πως «η πρόσβαση στον γάμο θα παράσχει σε κάποιους γκέι άντρες και λεσβίες την οικονομική υποστήριξη και την πνευματική ειρήνη, που προέρχεται από τη γνώση ότι όλα τα μέλη των οικογενειών τους έχουν ικανοποιητική ιατρική ασφάλιση, ότι ο αγαπημένος τους μπορεί να πάρει ιατρικές αποφάσεις για αυτούς αν νοσήσουν, ότι η οικονομική τους αλληλεξάρτηση θα αναγνωριστεί στη σύνταξη ή στο θάνατο και ότι τα παιδιά τους θα είναι υπερήφανα για την οικογένεια που έχουν» (Polikoff, 2008, σ. 7-8).

Η απόλαυση των υλικών ευεργετημάτων που προκύπτουν στα πλαίσια της κοινής συμβίωσης, ως βασικό επιχείρημα υπέρ της έννομης αναγνώρισης των ομόφυλων ζευγαριών, αναγνωρίζεται από την Παπαζήση ως κεντρικό επιχείρημα. Οι φορολογικές απαλλαγές, η προστασία της οικογενειακής στέγης και τα κληρονομικά δικαιώματα είναι αναφαίρετα αστικά δικαιώματα που χρήζουν νομικής προστασίας. Παπαζήση, 2007, σελ. 28).

Βιβλιογραφιούλα

Βάρκα Αδάμη, Α. (2016) Εισαγωγή στο αστικό δίκαιο. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη

Κανακης, Κ. (2012). «Η επιθυμία για την ταυτότητα και η ταυτότητα της επιθυμίας». Στο Α. Αποστολλέλη, & Α. Χαλκιά, Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα. Αθήνα: Πλέθρον.

Κογκίδου, Δ. (2007). «”Νέες” οικογένειες, νέες πολιτικές; «». Στο Ν. Χατζητρυφων , & Θ. Παπαζηση, Το φύλο και η συμπεριφορά του: οικογένειες από ομόφυλα ζευγάρια. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Παπαζηση, Θ. (2007). «Η οικογένεια προσώπων του αυτού φύλου: εκφυλισμός ή ίση μεταχείριση». Στο Ν. Χατζητρύφων, & Θ. Παπαζήση, Το φύλο και η συμπεριφορά του: οικογένειες από ομόφυλα ζευγάρια (σ. 28). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Τάνταρος, Σ. (2011). «Οικογένεια και ανάπτυξη του παιδιού και του εφήβου: θεωρητικές προσεγγίσεις και προβληματισμοί». Στο Σ. Τάνταρος, Ανθρώπινη ανάπτυξη και οικογένεια (σ. 23). Αθήνα: Πεδίο.

Παπαταξιάρχης, Ε. (1996). «Περί της πολιτισμικής κατασκευής της ταυτότητας». Στο Π. Πούλος, Περί κατασκευής: τοπικά β΄. Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου – Νήσος.

Θεοφιλόπουλος, Θ. (2015). «Καταγραφή περιστατικών βίας ή διακρίσεων εις βάρος LGBTQI+ ανθρώπων: βασικές έννοιες και κατευθύνσεις». Στο Θ. Θεοφιλόπουλος & Ε. Σπίνου, Ομοφοβία και τρανσφοβία στην Ελλάδα: Ένας οδηγός για επαγγελματίες αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη (σ. 70). Αθήνα: Colour Youth – κοινότητα LGBTQ Nέων Αθήνας.

Γιαννακόπουλος, Κ. (2012). «Πολιτισμικές εννοιολογήσεις της μοναξιάς: συγγένεια, κοινότητα και πολιτικές του ΛΟΑΤ κινήματος». Στο Α. Αποστολλέλη , & Α. Χαλκιά, Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα. Αθήνα: Πλέθρον.

Coontz, S. (2008). Η ιστορία του γάμου: από την υποταγή στην οικειότητα ή πώς η αγάπη νίκησε το γάμο. Αθήνα: Πολύτροπον.

Feldman, R. S. (2010). Εξελικτική ψυχολογία: διά βίου ανάπτυξη (Τόμ. II). (Η. Μπεζεβέγκης, επιμ.) Αθήνα.

Hopkins, N. & Reicher, S. (2010). «Μια κοινωνική ψυχολογία της κατασκευής των κατηγοριών». Στο Ν. Μποζατζής, & Θ. Δραγώνα, Κοινωνική ψυχολογία: η στροφή στο λόγο. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Jenkins, R. (2007). Κοινωνική ταυτότητα. Αθήνα: Σαββάλας.

Jordi, D. (2015). The politics of gay marriage in Latin America: Argentina, Chile, and Mexico. New York: Cambridge University Press.

Mohr, R. D. (2005). The long arc of justice: lesbian and gay marriage, equality, and rights. New York Chichester, West Sussex: Columbia University Press .

Polikoff, N. D. (2008). Beyond (Straight and Gay) Marriage: Valuing All Families under the Law. Boston: Beacon Press.

Sáez, M. (2015). Introduction. Στο M. Sáez, Same Sex Couples – Comparative Insights on Marriage and Cohabitation (σ. 8). Dordrecht Heidelberg New York London: Springer.

Sayres, W. (2004). Τι είναι τελικά η οικογένεια;. Στο Χ. Νόβα-Καλτσούνη, Κείμενα κοινωνιολογίας του γάμου και της οικογένειας. Αθήνα: Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός.

Stein, A. (2013). What’s the Matter with Newark? Race, Class, Marriage Politics, and the Limits of Queer Liberalism. Στο M. Bernstein, & V. Taylor, The Marrying Kind? Debating Same-Sex Marriage within the Lesbian and Gay Movement (σ. 40). Minneapolis, London: University of Minnesota Press.

Weeks, J. (2006). «Ζητήματα ταυτότητας». Στο Κ. Γιαννακόπουλος, Σεξουαλικότητα: θεωρία και πολιτικές της ανθρωπολογίας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Wolf, S. (2016). Σεξουαλικότητα και σοσιαλισμός: ιστορία, πολιτική και θεωρία της απελευθέρωσης των ΛΟΑΤ. Αθήνα: Redmarks.

Σημειώσεις

[1] Άλλοι τύποι οικογενειών είναι οι μονογονεϊκές, οι οικογένειες από δεύτερο γάμο, οι ανάδοχες και θετές οικογένειες και οι κοινοβιακές και ομαδικές οικογένειες. (Sayres, 2004, σ.135-140).

[2] Αρκτικόλεξο που περιλαμβάνει τις λεσβίες, τους ομοφυλόφιλους, τους/τις αμφισεξουαλικούς-ες, τους/τις τρανς, τους/τις ίντερσεξ, τους/τις κουήρ.

[3] Στο (Γιαννακόπουλος, 2012, σ. 189)