Τα τελευταία 6 χρόνια ζω στη Σουηδία, μία χώρα με μακρά παράδοση στην απορρόφηση μεταναστών. Ο ρατσισμός και τα μέσα που κάθε χώρα χρησιμοποιεί για να τον περιορίσει είναι ένα…

Η μετανάστευση στη Σουηδία, ο ρατσισμός και οι δυσκολίες στην εφαρμογή πολιτικών ανοχής

Τα τελευταία 6 χρόνια ζω στη Σουηδία, μία χώρα με μακρά παράδοση στην απορρόφηση μεταναστών. Ο ρατσισμός και τα μέσα που κάθε χώρα χρησιμοποιεί για να τον περιορίσει είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς από μας, ανεξάρτητα από το πρίσμα μέσα απ το οποίο το αναλύουμε. Αρχικά, θα έπρεπε ίσως να αναφέρω ότι ως Ελληνίδα, πολύ σπάνια έχω αντιμετωπίσει ρατσισμό, ειδικά αφότου έμαθα καλά τη σουηδική γλώσσα. Το γενικότερο κλίμα στη Σουηδία δεν είναι το «έρχονται οι ξένοι να μας πάρουν της δουλειές», αλλά το «έρχονται οι πρόσφυγες να μας χρεοκοπήσουν» , ή σε πιο ακραίους κύκλους το «έρχονται οι μουσουλμάνοι να μας ανατινάξουν» και αυτό είναι αποτέλεσμα των εξελίξεων των τελευταίων χρόνων και όχι η γενική αντιμετώπιση που είχαν οι μετανάστες μέχρι πρότινος.

Πώς πέρασε όμως η Σουηδία από το να έχει αποκλειστικά σκανδιναβούς πολίτες στο να γίνει η χώρα της πίτσας-κεμπάπ? Οι πρώτοι πρόσφυγες κατέφθασαν στα τέλη του β΄ παγκοσμίου πολέμου και προέρχονταν κυρίως από γειτονικές χώρες, με παρόμοια ιδιοσυγκρασία και γλώσσα. Από τη δεκαετία του 60 και μετά η ομοιογένεια του σουηδικού πληθυσμού άρχισε να διασπάται ραγδαία, καθώς η βιομηχανική της ανάπτυξη και η τεράστια ανάγκη για εργατικό δυναμικό την κατέστησαν  ιδανικό προορισμό για μετανάστες από όλο τον κόσμο. Η ιδιαίτερα ευνοϊκή για τους πρόσφυγες πολιτική που η χώρα υιοθέτησε κατά τη δεκαετία του 80 την έκανε ακόμα πιο δημοφιλή και δημιούργησε τις βάσεις για το πολυπολιτισμικό κράτος που είναι σήμερα. Σύμφωνα με τις στατιστικές του 2015, το 16% του πληθυσμού της χώρας αντιστοιχεί σε κατοίκους που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό, ενώ αν συμπεριλάβουμε και τους μετανάστες δεύτερης γενιάς, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 30%.

Παρά την ιστορία της όμως, τα μεταναστευτικά κύματα των τελευταίων χρόνων δημιούργησαν μεγάλες εντάσεις στη σουηδική κοινωνία, ακριβώς όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, και η έξαρση του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας είναι εμφανής. To εθνικιστικό κόμμα Sverigedemokraterna το οποίο για χρόνια δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια καρικατούρα με μηδενική εκλογική ισχύ, κατάφερε να αποσπάσει το 12,9% των ψήφων στις εκλογές του 2014, ένα ποσοστό που τρομοκράτησε τεράστιο μέρος των κατοίκων. Η ξαφνική άνοδος στη δημοτικότητά του οδήγησε σε ακραίες δηλώσεις και επιθετικότητα από την ηγεσία του κόμματος και αυτό με τη σειρά του στη σταδιακή πτώση τους. Η πλειοψηφία των Σουηδών είναι πάντως δυσαρεστημένη με το πώς το κράτος διαχειρίστηκε τη μετανάστευση  την τελευταία πενταετία και η φράση «δεν είμαι ρατσιστής αλλά…» κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή της σε συζητήσεις και πέρα από οικογενειακούς κύκλους.

Το σουηδικό κράτος, θεωρεί ύψιστης σημασίας το να προσφέρει ένα καλό επίπεδο ζωής και μία αίσθηση ασφάλειας και αποδοχής σε όλους τους κατοίκους της. Τα τελευταία 30 χρόνια έχει προβεί σε μία σειρά μεταρρυθμίσεων με στόχο την ένταξη των νεοφερμένων στη σουηδική κοινωνία και την προστασία τους απέναντι στο ρατσισμό. Έχει δημιουργήσει εκατοντάδες προγράμματα ώστε να επιταχυνθεί η εκμάθηση της γλώσσας της, να απαλυνθούν οι πολιτισμικές διαφορές, να γίνουν κατανοητοί οι νόμοι, οι άγραφοι κανόνες καθώς και οι ιδιαιτερότητες της. Προσφέρει μόρφωση, οικονομική βοήθεια σε όσους πρόσφυγες δεν εργάζονται, καθώς και σε εργοδότες που προσλαμβάνουν νέα στη χώρα άτομα, ώστε να ενισχύσει την απορρόφηση τους στην αγορά εργασίας. Πέρα από αυτό, υπάρχουν χιλιάδες φεστιβάλ, εκπομπές, διαλέξεις, σεμινάρια κ.ά. απευθυνόμενα σε Σουηδούς με θέματα όπως το ρατσισμό, την ανοχή, άλλες κουλτούρες, τη φρίκη του πολέμου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Η  εφαρμογή αυτών των μέτρων αποδείχτηκε δύσκολη τα τελευταία χρόνια και η αποτελεσματικότητα τους περιορισμένη σε σχέση με παλαιότερα. Όντας μετανάστρια η ίδια, είμαι απίστευτα ευγνώμων για την προσπάθεια αυτή και τη μηδενική ανοχή του κράτους απέναντι στο ρατσισμό. Παράλληλα όμως αναγνωρίζω πως μερικές φορές αγγίζει την υπερβολή και φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Η εκμετάλλευση ενός συστήματος με στόχο την προστασία των μεταναστών γίνεται όλο και πιο συχνή, καθιστώντας το ιδιαίτερα δύσκολο για την αστυνομία να κρίνει αν μία καταγγελία για ρατσιστική συμπεριφορά είναι βάσιμη ή όχι. Η κάρτα του ρατσισμού χρησιμοποιείται συνεχώς ως επιχείρημα σε διαφωνίες που δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την καταγωγή κάποιου, αλλά ο μέσος Σουηδός νιώθει να απειλείται τόσο απ αυτή, που συνήθως κάνει πίσω. Πολλοί επιλέγουν να αποσιωπήσουν την άποψή τους για ζητήματα που τους αφορούν και προτιμούν να κάνουν υποχωρήσεις καθημερινά, αντί να λύσουν τυχόν προβλήματα με π.χ. αλλοδαπούς συναδέλφους. Θέματα όπως η θρησκεία και η πολιτική  έχουν μετατραπεί σε ταμπού, σε σημείο που θεωρείται αγενές το να μιλήσεις γι αυτά με κάποιον που δε γνωρίζεις αρκετά. Η προσπάθεια αποφυγής όλου αυτού του δράματος, οδηγεί και αυτή με τη σειρά της σε ασυνείδητη ρατσιστική συμπεριφορά και προκαταλήψεις. Οι προθέσεις δεν είναι απαραίτητα κακές, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι θα μου ήταν πολύ ευκολότερο να βρω δουλειά, παρέες ή διαμέρισμα αν το επώνυμό μου ήταν Svensson.

Ένα συχνό φαινόμενο που δεν παύει να με εκπλήσσει είναι το πόσο ρατσιστές είναι πολλές φορές οι ίδιοι οι μετανάστες. Πολλοί πιστεύουν ότι έχουν μεγαλύτερο δικαίωμα σε μία καλύτερη ζωή επειδή είναι για παράδειγμα ευρωπαίοι, χριστιανοί, μορφωμένοι ή πλούσιοι. Είναι αυτοί που συνήθως τολμούν να εκφράσουν τις όποιες απόψεις τους ελεύθερα και χωρίς καμία ντροπή. Αυτό σίγουρα εξαρτάται από το πόσο πιο κοινωνικά αποδεκτός είναι ο ρατσισμός στις χώρες απ τις οποίες προέρχονται σε σχέση με τη Σουηδία, αλλά νομίζω πως η απουσία ουσιαστικών συνεπειών επειδή και οι ίδιοι είναι μη-Σουηδοί ενισχύει αυτές τις συμπεριφορές. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα πως ο μέσος μετανάστης είναι πιο ρατσιστής από τον μέσο Σουηδό, απλώς ο τελευταίος έχει μικρότερες πιθανότητες να το δείξει και θα δράσει μόνο αν γνωρίζει καλά ότι δεν έχεις τρόπο να το αποδείξεις (π.χ. αν προτιμήσει να προσλάβει ένα Σουηδό ακόμα και αν εσύ είσαι πιο καταρτισμένος για τη θέση).

H παραδοσιακή σουηδική τρούφα της οποίας το όνομα negerboll (aka nigger ball) αντικαταστάθηκε για ευνόητους λόγους

 

Για να εξηγήσω καλύτερα την υπερβολή στην οποία αναφέρθηκα πριν, θα έπρεπε ίσως να μιλήσω για κάποιους κακούς χειρισμούς από πλευράς της Σουηδίας, που προσπαθώντας να βάλει τα θέλω των προσφύγων σε πρώτη θέση, δεν έλαβε μέτρα αναγκαία για τη σωστή ένταξή τους στην κοινωνία. Ένα καλό παράδειγμα είναι το ότι θεώρησαν αντιδημοκρατικό το να αποφασίσει το κράτος για τον τόπο εγκατάστασης τους. Το βόρειο κομμάτι της χώρας είναι πολύ αραιοκατοικημένο και εκεί υπάρχουν θέσεις εργασίας, φθηνότερη στέγαση, φιλικοί κάτοικοι που διψάνε για νέα πρόσωπα, αλλά και χώρος για ανάπτυξη. Παρόλα αυτά η πλειοψηφία των μεταναστών παραμένει συνήθως στο σημείο εισόδου τους στη χώρα, δηλαδή στο νοτιότερο νομό (Scania) ή τη Στοκχόλμη. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό, αν σκεφτούμε το πόσο εξαντλημένοι σωματικά και ψυχικά είναι αυτοί οι άνθρωποι όταν καταφτάνουν και το ότι στο νότο συναντούν πολλούς συντοπίτες τους και νιώθουν για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό πως έχουν πάλι σπίτι, φίλους, ζωή, μέλλον. Αυτό βέβαια δεν ανατρέπει το γεγονός ότι χάρη σε αυτή την ελαστικότητα από πλευράς της Σουηδίας δημιουργήθηκαν προβλήματα.

Όταν το σουηδικό κράτος προσφέρει οικονομική βοήθεια στους υπηκόους του, υπάρχουν πάντα προϋποθέσεις. Π.χ. ένας Σουηδός, που βασίζεται σε επίδομα από το κράτος για τα προς το ζην, οφείλει να μετακομίσει σε οποιοδήποτε κομμάτι της χώρας, αν έχει πρόταση για δουλειά εκεί. Με την ίδια λογική, ένας πρόσφυγας που χαίρει τόσο μεγάλων προνομιών σε μια χώρα που στην τελική δεν του χρωστάει τίποτα πέρα από σεβασμό και ισότητα, θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να υπόκειται στους ίδιους κανόνες. Τέτοιες λεπτομέρειες δημιουργούν αντιδράσεις ανάμεσα σε Σουηδούς που νιώθουν πως η ειδική μεταχείριση δεν θα έπρεπε να έχει θέση σε ένα δημοκρατικό κράτος. Από οικονομικής άποψης, τεράστια ποσά αναλώνονται για την ενίσχυση ανθρώπων που θα μπορούσαν κάλλιστα να εργάζονται, αν ζούσαν σε άλλη πόλη. Το χειρότερο όμως αντίκτυπο είναι η δημιουργία γκέτο. Θα αναφέρω το ακραίο παράδειγμα του Rosengård στο Malmö, (γνωστό σε κάποιους ως η περιοχή όπου μεγάλωσε ο Zlatan Ibrahimovic) όπου τουλάχιστον το 86% των κατοίκων έχει ξενική καταγωγή. Τη μία και μοναδική φορά που βρέθηκα εκεί νόμιζα πως είχα ταξιδέψει σε άλλη χώρα, αφού η όλη αισθητική φώναζε βαλκάνια και Μέση Ανατολή. Οι περισσότερες ταμπέλες καταστημάτων δεν ήταν καν στα σουηδικά, και η προσοχή που τραβούσα ως «ξενόφερτη» με έκανε να νιώσω απίστευτα άβολα. Στη συγκεκριμένη περιοχή οι συμμορίες δρουν ελεύθερα και η αστυνομία δεν επεμβαίνει, προς αποφυγή ταραχών. Οι Σουηδοί κάτοικοι της περιοχής νιώθουν ξένοι μες τη χώρα τους ενώ οι μετανάστες πρέπει να καταβάλλουν διπλή προσπάθεια αν θέλουν ποτέ να ενταχθούν στη σουηδική κοινωνία.

 

Τέτοιου είδους προκλήσεις είναι όμως αναμενόμενες και το να δημιουργήσεις ισορροπίες παίρνει πάντα χρόνο. Όσο το κράτος δεν επαναπαύεται, έρχονται σταδιακά και οι λύσεις. Πέρα από όλα όσα ο καθένας μας θα είχε κάνει διαφορετικά, θεωρώ πως η Σουηδία αντιμετώπισε αρκετά αποτελεσματικά μία απίστευτα δύσκολη κατάσταση και η μακροχρόνια εμπειρία της πάνω στη μετανάστευση καθώς και η καλή της οικονομία έπαιξαν τεράστιο ρόλο σε αυτό. Σίγουρα δεν ήταν προετοιμασμένη να δεχθεί τέτοιον όγκο προσφύγων και προφανώς έγιναν λάθη υπό την πίεση του προβλήματος. Το σημαντικό όμως είναι το ότι έμεινε σταθερή στις αρχές της και κράτησε τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Δουλεύει καθημερινά ώστε να κάνει αυτή τη νέα, ακόμα πιο πολυπολιτισμική κοινωνία να λειτουργήσει και έχει κάνει προτεραιότητα το να μορφώσει τους πολίτες της, ώστε αυτή η μετάβαση να γίνει όσο το δυνατόν πιο ομαλή. Η όλη διαδικασία κυλάει αργά, νέα προβλήματα προκύπτουν και όλοι οι κάτοικοι, ανεξαρτήτως καταγωγής, έχουν στα χέρια τους μία νέα κατάσταση στην οποία πρέπει -είτε το θέλουν, είτε όχι- να προσαρμοστούν. Παρατηρώντας τις εξελίξεις από μία μέση οπτική γωνία, αφού είμαι μεν μετανάστρια, αλλά οι πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε μένα και ένα Σουηδό είναι σχετικά μικρές, κατανοώ βαθειά τη δυσκολία αυτού του έργου αλλά και την υπομονή που απαιτείται και από τις δύο πλευρές. Όσο όμως θυμόμαστε πως ένα κράτος δε μπορεί να κάνει θαύματα και ότι η αλλαγή ξεκινάει από εμάς, κάνουμε βήματα προς μία καθημερινότητα με λιγότερες εντάσεις και μια πιο αρμονική συνύπαρξη.