Τον Παναγιώτη Πανταζή τον έμαθα μέσα από τις σελίδες του θρυλικού “9” που κυκλοφορούσε ως ένθετο με την -προ ΕφΣυν- Ελευθεροτυπία τα Σάββατα. Κατά την μύηση μου στα κόμικς, οι…

Συζητώντας με τον Παναγιώτη Πανταζή, για τα Μυστικά του Βάλτου, τη Μακεδονία και τον Kendrick Lamar

Τον Παναγιώτη Πανταζή τον έμαθα μέσα από τις σελίδες του θρυλικού “9” που κυκλοφορούσε ως ένθετο με την -προ ΕφΣυν- Ελευθεροτυπία τα Σάββατα. Κατά την μύηση μου στα κόμικς, οι δικές του δημιουργίες συνετέλεσαν στο να αγαπήσω αυτό το είδος, συν ότι με εντυπωσίασε το γεγονός ότι σε κάποια από τα κόμικς του έβαζε soundtrack, δικής του επίσης δημιουργίας. Όταν πληροφορήθηκα μάλιστα ότι ήταν ένας εκ των δυο δημιουργών αυτού του graphic novel, θεωρήσαμε, με το Νίκο Σταματίνη, πως ήρθε η ώρα να κάνουμε μια συζήτηση για τα κόμικς, την ιστορία, τον εθνικισμό και -όπως προέκυψε- για τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο και τον Kendrick Lamar.

Φωτογραφίες: Νάνσυ Ρασσιά

Νομίζω ότι η πρώτη βασική ερώτηση είναι γιατί επέλεξες ν’ ασχοληθείς με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα;

Δεν είμαι ακριβώς ο υπεύθυνος ν’ απαντήσω σ’ αυτό. Θα σου πω την ιστορία από εκεί που την ξέρω εγώ και παραπέρα. Οι εκδόσεις Polaris ήθελαν να ξεκινήσουν μια σειρά από κόμικς, βασισμένα σε ελληνικά κλασικά κείμενα. Δουλευόταν ήδη τότε ο Ερωτόκριτος και ήμουν κι εγώ μέρος της ομάδας στο colouring και συζητούσαν οι εκδότες με τους συγγραφείς, τι θα έχει ενδιαφέρον να κάνουν στη συνέχεια. Υπήρχαν διάφορες σκέψεις για κείμενα της νεοελληνικής γραμματείας και σε κάποια φάση έπεσε η ιδέα και κατέληξαν στα Μυστικά του Βάλτου. Οπότε επικοινώνησαν μαζί μου, ενώ «τρέχαμε» παράλληλα τον Ερωτόκριτο και με ρώτησαν αν θέλω να είμαι ο σχεδιαστής, με την πάρα πολύ κολακευτική ατάκα «Το σχέδιό σου έχει μια μελαγχολία και ένα σκοτάδι που πιστεύουμε ότι ταιριάζει». Αυτό που άκουσα μου άρεσε πολύ κι ένιωσα πάρα πολύ ελεύθερος, γιατί θα μπορούσα έτσι να είμαι ο εαυτός μου, αφού με διάλεξαν γι’ αυτό που είμαι και όχι βάζοντάς με σε μια διαδικασία να προσαρμόσω κάτι.

 

Είχες δηλαδή τις «καλλιτεχνικές ελευθερίες» που θα ήθελες.

Ναι ακριβώς, είχα πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία, αν και δεν υπήρξε κάποια καλλιτεχνική παρέμβαση έτσι κι αλλιώς.

Σίγουρα όμως θα υπήρξε μεγάλη προετοιμασία. Είναι ένα έργο εποχής, μια ιστορία που αναβιώνει ένα τοπίο και μια ιστορική περίοδο η οποία δεν είναι κοντά στη σημερινή, όπως συνέβη με τον Ερωτόκριτο.

Ναι, βασικά υπήρξε πάρα πολλή προετοιμασία. Με αυτό το βιβλίο έχω ασχοληθεί τα τελευταία τρία χρόνια και η καθαρά σχεδιαστική δουλειά, -δηλαδή η τελική μορφή που πήρε η έκδοση- έγινε για κάτι παραπάνω από έναν χρόνο. Τον περισσότερο λοιπόν καιρό, τα δύο πρώτα χρόνια, υπήρχε μόνο η προετοιμασία. Για παράδειγμα, η έρευνα για τις φορεσιές, τα όπλα, την αρχιτεκτονική, ό,τι τελοσπάντων χρειαζόταν. Ήταν βέβαια αρκετά εύκολο, γιατί ναι μεν μας φαίνεται κάτι παλιό εκ πρώτης όψεως, αλλά άμα το σκεφτείς είναι 115 χρόνια πριν. Δηλαδή υπάρχουν φωτογραφίες, δεν βασίζεσαι μόνο σε περιγραφές. Από εκεί και πέρα, αυτό που βοήθησε πολύ ήταν το ότι πήγα στην περιοχή. Μου έκανε ένα φανταστικό roadtrip ο Τάσος Ζαφειριάδης, που επίσης κάνει κόμικς. Του είχα πει πού ήθελα να πάμε και εκείνος ως Θεσσαλονικιός και γνώστης γενικότερα της περιοχής, ανέλαβε και με πήγε όπου χρειαζόταν.

Έκανες δηλαδή εξονυχιστική, επιτόπια έρευνα.

Σίγουρα ήθελα να έχω μια πιο βιωματική σχέση με το τοπίο, γιατί ξέρεις το παν στο πώς θα αποδώσεις κάτι, είναι το πώς το αντιλαμβάνεσαι ο ίδιος. Όταν μιλάμε για κόμικς ειδικά, που δεν είναι φωτογραφία ή σινεμά, αλλά είναι το σχέδιό σου, είναι πολύ σημαντικό το πώς θα βάλεις το χέρι σου σε αυτό το πράγμα. Επομένως έχει να κάνει πρωτίστως με το πώς το έχεις εσωτερικεύσει για να το φιλτράρεις και μετά να το περάσεις στο χέρι σου. Κι εγώ χρειαζόμουν αυτό, να νιώσω ότι έχω μια βιωματική σχέση, προφανώς όχι με τις συνθήκες, αλλά με το τοπίο. Σε αυτό μέτρησε κάπως και η έρευνα που είχα κάνει στις σπουδές μου σαν αρχιτέκτονας, για τον τρόπο που το τοπίο μπορεί να μελετηθεί σαν μουσική παρτιτούρα συναισθητικά. Αυτό προφανώς ξεκίνησε από ένα προσωπικό έτσι ερέθισμα και μια προσωπική περιέργεια. Δεν είναι κάτι για το οποίο θα βρεις μια αντικειμενική απάντηση. Από αυτήν την έρευνα, μου είχε μείνει πολύ έντονα μια αναφορά ενός Γερμανού φιλοσόφου, του Γκέοργκ Ζίμελ, σε «ψυχικό πόνο του τοπίου» και αυτό το πράγμα μου κόλλησε από τα είκοσι-κάτι μου και μ’ ακολουθάει ας πούμε κατά κάποιο τρόπο. Άρα είχα δει όσα ένιωθα ότι χρειαζόμουν, τις φορεσιές, τα όπλα, φωτογραφίες από αρχιτεκτονική ή οτιδήποτε, χωριά, σημεία που σώζονται όπως π.χ. το Βαρόσι της Έδεσσας που είναι ένας διατηρητέος οικισμός και ένα μεγάλο κομμάτι το οποίο χρησιμοποίησα, ως σημείο αναφοράς. Ουσιαστικά ήθελα να δω τι είναι το μακεδονίτικο τοπίο και τι νιώθεις όταν το κοιτάς γύρω σου.

Ούτως ή άλλως, ο τόπος δράσης της μέχρι τώρα βιβλιογραφίας στα κόμικς σου κατά κύριο λόγο, είναι το αστικό τοπίο. Επομένως θα ήταν και μια μεγαλύτερη πρόκληση για εσένα φαντάζομαι αυτή η αλλαγή του τοπίου.

Ναι, σίγουρα.

Μίλα μας όμως λίγο για το κίνητρο πίσω από αυτήν την επιλογή σου. Αντιμετώπισες για πρώτη φορά την επαρχία, τον ανοιχτό χώρο (δια)δράσης για τους ήρωές σου;

Πρώτα φορά γενικώς, όχι. Αλλά σε τέτοια έκταση ώστε να φτιάξω ένα ολόκληρο βιβλίο, ναι. Συνήθως οι ιστορίες μου μ’ αρέσει να αναφέρονται γενικά στο σήμερα, ούτε καν στο χθες ξέρω ‘γω. Είχε όμως αυτό που λες, δηλαδή έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα μιας άλλης εποχής. Το τοπίο δεν ήταν αστικό. Ακόμα και το αστικό τοπίο που υπάρχει για λίγο στο βιβλίο, είναι η Θεσσαλονίκη του 1906 ας πούμε, κάτι το οποίο δεν έχει τελοσπάντων μεγάλη επαφή με το σήμερα. Επομένως ναι, ήταν μια πρόκληση, αλλά ξέρεις δεν ήταν και ότι ένιωσα ότι δίνω κάποιον αγώνα. Ήταν φοβερά ενδιαφέρον, το ότι θα έβγαινα από τα συνηθισμένα μου ήταν φοβερά ανανεωτικό. Ήταν για ένα πρότζεκτ μεγάλο, που είχαμε δουλέψει πάρα πολύ, διάφοροι άνθρωποι και στην προεργασία και ένιωθα ότι έχω και την υποστήριξη γενικότερα σε κάποια ζητήματα από τις εκδόσεις. Ήμασταν δηλαδή σε μια διαρκή συνομιλία για το τι προκύπτει από ανάγκες ή οτιδήποτε. Επομένως επειδή υπήρχε όλη αυτή η αίσθηση της ομαδικής δουλειάς, ένιωθα εγώ από τη μεριά μου, ότι αυτό που θα κάνω, το διαφορετικό, ιδιαίτερο κ.λπ., μπορεί να γίνει κάτι πολύ δυνατό και το γεγονός ότι δεν το είχα ψάξει πάρα πολύ παλιότερα, ήταν μια καλή ευκαιρία να βγάλω το άχτι μου σε ένα κομμάτι που δεν είχα εξερευνήσει τόσο πολύ. Απόλαυσα πάρα πολύ τη διαδικασία του να ζωγραφίζω ένα βάλτο, ο οποίος θα ‘πρεπε από μόνος του, χωρίς να υπάρχουν μέσα άνθρωποι, πρόσωπα, οτιδήποτε, να σου δημιουργεί ένα συναίσθημα. Να βλέπεις αυτό το τοπίο και να λες «Ωραία, τώρα θα είναι δυσοίωνη η κατάσταση» ή «Τώρα κάνει κρύο».

Αυτό αποδόθηκε υπέροχα και με τα χρώματα νομίζω.

Ευχαριστώ.

Ωραία, θα ήθελα τώρα να επιστρέψουμε λίγο στα χαρακτηριστικά του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε το graphic novel. Επί δεκαετίες, αυτό το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, θεωρούνταν αμιγώς παιδικό βιβλίο. Οι περισσότεροι που έχω ρωτήσει δεν το έχουν διαβάσει. Υπήρχε ο κλασικός ψυχαναγκασμός «Στο έφερε δώρο η θεία, πρέπει να το διαβάσεις». Όμως δεν εμφανιζόταν αυτό το βιβλίο στη ζωή σου μετά από την ηλικία των δώδεκα. Διαβάζοντας το graphic novel όμως, βλέπουμε ότι είναι μια πολύ ενήλικη ιστορία. Ποιον είχατε σαν αναγνώστη στο μυαλό σας δουλεύοντας; Εν τέλει, είναι μια ιστορία για παιδιά κατά τη γνώμη σου; Εσύ το είχες διαβάσει μικρός;

Νομίζω όχι, δεν το είχα διαβάσει, εκεί καταλήγω εν τέλει. Δεν είμαι σίγουρος, γιατί όταν το διάβαζα είχα την αίσθηση ότι το έχω διαβάσει και νομίζω ότι αν ρωτήσεις όλον τον κόσμο για τα Μυστικά του Βάλτου, θα σου πούνε «Ναι, το ξέρω, της Πηνελόπης Δέλτα, Μακεδονικός Αγώνας», κάτι τέτοια. Τελικά το ξαναδιάβασα 33 χρονών για να ξεκινήσω να δουλεύω πάνω στο βιβλίο και είχα σοκαριστεί, ξέρεις, λέω «Δεν είναι παιδικό βιβλίο αυτό, δεν υπάρχει περίπτωση». Πρέπει να είχα διαβάσει αποσπάσματα μικρός. Δεν θυμάμαι αν το είχαμε δει στο σχολείο, να είχαμε κάποιο επεισόδιο ξέρω ‘γω, κάτι τέτοιο. Είναι πολύ ζόρικο βιβλίο. Πρώτα απ’ όλα, είναι 600 σελίδες, έχει 100-200 χαρακτήρες, δεν ξέρω πόσους έχει το πρωτότυπο, οι οποίοι κάνουν χίλια πράγματα ο καθένας. Πέρα δηλαδή απ’ το ότι από μόνο του σαν πλοκή, σαν πυκνότητα, είναι φοβερά δύσκολο για ένα παιδί να το διαβάσει, είναι πάρα πολύ σκληρό. Περιγράφει πάρα πολλούς θανάτους που συμβαίνουν, τους περιγράφει γλαφυρότατα και με φοβερό βάθος και αφοσίωση. (Γέλια). Πώς ήταν το πτώμα και πώς είχε τουμπανιάσει και πώς είχε κρεμαστεί η γλώσσα του έξω και τι χρώμα είχε πάρει. Δηλαδή πράγματα που σ’ ένα παιδί, άμα τα έδειχνε στην τηλεόραση ξέρω ‘γω ή αν άκουγες κάποιον να μιλάει γι’ αυτά, θα του έλεγες «Μην ακούς εσύ τώρα, φύγε λίγο, είσαι μικρός, είσαι μικρή, δεν κάνει».

Άρα από αυτήν την άποψη, το κόμικ ήταν αρκετά πιστό.

Ναι, μείναμε πιστοί σ’ αυτό, φυσικά. Όπως μείναμε γενικότερα πιστοί σ’ όλον το χαρακτήρα του βιβλίου. Φαντάζομαι κιόλας ότι είναι δύο τελείως διαφορετικές αφηγηματικές τέχνες, η λογοτεχνία από το κόμικ. Στο κόμικ έχεις και την εικόνα, άρα είναι ένα θέμα το τι θα υπονοήσεις, γιατί όπως και με όλες τις τέχνες που έχουν και την εικόνα, καμιά φορά έχεις μεγαλύτερο αντίκτυπο στον δέκτη με το να υπονοήσεις, παρά με το να του δείξεις ξερά κάτι ας πούμε. Ανάλογα τελοσπάντων και με τα συμφραζόμενα. Στο κομμάτι που μου αναλογούσε, προσπάθησα να μην γίνει splatter και να φτάνει να αποδυναμώνει όλο το υπόλοιπο. Τόσοι θάνατοι, τόσος χαμός, τόση απώλεια, τόσος πόνος και αν το βάρος έπεφτε στις σκληρές εικόνες των στιγμών αυτών, θα αποδυναμωνόταν ο αντίκτυπός τους. Εγώ προσπάθησα να αναδείξω περισσότερο το δεύτερο.

Ομολογουμένως, δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Σκέφτομαι όμως ότι αν διάβαζα μικρός αυτά τα πράγματα για τα οποία μιλάμε, φυσικά και θα τα ξεχνούσα γιατί θα πάθαινα μετατραυματικό σοκ

.Ναι, το διαβάζεις μικρός και μετά είναι περίεργο το τι θα «κάτσει» στον καθένα και στο τέλος ξεχνάς και δεν θυμάσαι τίποτα. Επίσης νομίζω ότι τότε μπορεί απλά όντως να πίστευαν ότι είναι παιδικό βιβλίο, γιατί ξέρω ‘γω πρώτα απ’ όλα, πέρα από τους θανάτους ενηλίκων, δείχνει και θάνατο παιδιού ας πούμε. Σε παιδικό βιβλίο;

Παραβιάζει επίσης και τον κανόνα του mainstream αμερικανικού κινηματογράφου, που λέει ότι δεν σκοτώνεις ποτέ το σκυλί.

Α ναι, μα πεθαίνουν σχεδόν όλοι.

Θέλω να πω ότι ο σκύλος είναι και πολύ αγαπημένος χαρακτήρας από άλλο βιβλίο της Δέλτα, έτσι;

Ναι, ναι. Όχι… όλοι. So it goes. (Γέλια) Νομίζω όμως ότι έχει να κάνει και με την εποχή που γράφτηκε. Δηλαδή τότε άμα μια οικογένεια ξέρω ‘γω, έκανε πέντε παιδιά και ήταν στατιστικά ψιλο- αναμενόμενο να πεθάνει το ένα ή τα δύο, μπορεί να ήταν πιο συμφιλιωμένοι οι άνθρωποι μ’ αυτό. Τώρα ο χαμός ενός παιδιού, είναι ό,τι πιο τραγικό. Δεν θες ούτε να το συζητήσεις. Δεν ξέρω αν ήταν κανονικοποιημένο, αλλά σίγουρα ήταν σημάδι της εποχής. Αν δεν ήταν το ’37, που κυκλοφόρησε το βιβλίο, σίγουρα ήταν το 1905.

Περνώντας στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος: Η πλοκή λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, κατά την οποία καθημερινά υπήρχαν συρράξεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στα εδάφη της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τη μορφή ανταρτοπόλεμου. Είναι ένα βιβλίο που εξ’ αρχής απηχεί αλυτρωτικές και εθνικιστικές ιδέες, λόγω των γεγονότων που ιστορεί και της εποχής που εκδόθηκε (δικτατορία Μεταξά, άνοδος φασισμού και ναζισμου). Σας προβλημάτισαν οι ιδέες του βιβλίου ως δημιουργούς;

Σήμερα είναι εδραιωμένη η άποψη πως τα Μυστικά του Βάλτου είναι ένα παιδικό μυθιστόρημα. Μάλλον δεν είναι (Γέλια). Μια άλλη εδραιωμένη γνώμη για το βιβλίο είναι ότι έχει εθνικιστικές ιδέες, χωρίς να το έχουν διαβάσει απαραίτητα όσοι το λένε. Σαφώς και εκφράζει τέτοιες ιδέες Το κλειδί για να τις αντιληφθούμε κατά τη γνώμη μου, ώστε να τις αντιληφθούμε όπως πρέπει, είναι να τις τοποθετήσουμε στην εποχή που διαδραματίζεται η πλοκή και να λάβουμε υπόψη τις οποιεσδήποτε ανάγκες που εξυπηρετούν αυτές οι ιδέες, ασχέτως του τι απηχούν σήμερα.

Ο αρχικός προβληματισμός γεννήθηκε άμα τη ανάγνωση του βιβλίου, βλέποντας πολλά πράγματα τα οποία δεν με εξέφραζαν σαν άνθρωπο, αναφορικά με τις αξίες που έχω. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος και κατόπιν διαβούλευσης με τον Γιάννη Ράγκο και τους εκδότες, καταλήξαμε πως πρόκειται για μια ιστορία με πάρα πολύ πλούσιο υλικό, με φοβερές περιγραφές, γεγονότα και ιστορίες χαρακτήρων, τα οποία συμπλέκοντα. Επομένως, όσο βάρος δώσουμε στα προσωπικά δράματα, τόσο θα έπρεπε να δώσουμε βάρος και στο εθνικιστικό κομμάτι. Θα ήταν αστείο το 2018 να “σβήσουμε” τις εθνικιστικές φωνές από το βιβλίο, φτιάχνοντας το κόμικ. Επειδή σε εκείνο το τόπο και εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένες ρατσιστικές εκφράσεις όπως “το γουρουνομύτης” (υποτιμητική αργκό για τους Βουλγάρους), έτσι έπρεπε να το μεταφέρουμε. Κάποιοι χαρακτήρες εκφράζουν την ιδέα της ανωτερότητας -ηθικά και πολιτισμικά- Ελλήνων σε σχέση με τους άξεστους και απολίτιστους Βούλγαρους και Τούρκους. Αυτά γράφτηκαν το 1937 και αναφέρονται στο 1905. Φυσικά σήμερα δεν είναι αποδεκτά και δεν κανονικοποιούνται με αυτό το τρόπο. Παρουσιάζονται όπως συνέβαιναν. Κατά τη διάρκεια της  προεργασίας, ήταν έντονο το συναίσθημα της απόστασης μεταξύ του κειμένου και των σύγχρονων αντιλήψεων. Τότε αυτή η ρητορική ήταν στενά συνδεδεμένη με τον πατριωτισμό και φαινόταν ιδίως στην αρχή του βιβλίου και δεν φεύγει σαν εντύπωση η εθνικιστική “αύρα” του βιβλίου, εάν το διαβάσεις επιφανειακά. Ακούγονται και άλλες φωνές, όπως αυτή του Τέλλου Άγρα τον οποίο εξιδανικεύει μέσα από το μυθιστόρημά της και είχε σε μεγάλη εκτίμηση, αποδεικνύοντας το, αφιερώνοντας του αυτό το βιβλίο. Ο Τέλλος, παρότι Καπετάνιος του Μακεδονικού Αγώνα, απολαμβάνοντας την εκτίμηση των συμπολεμιστών του, προάγει διεθνιστικές ιδέες και θα προτιμούσε μια συμβιβαστική λύση που θα εξυπηρετούσε το σύνολο των λαών της Μακεδονίας (και κάπου εκεί την πατάει και ο ίδιος). Είναι σημαντικό για να κατανοήσουμε το μήνυμα του βιβλίου να γίνει κατανοητό πως μέσα σε αυτό το πολεμικό, πανταχόθεν εθνικιστικό περιβάλλον του Μακεδονικού Αγώνα, εκείνη βάζει στο επίκεντρο έναν άνθρωπο που πίστεψε στη συμφιλίωση των λαών, ότι πίστεψε πως μπορούσε να συνεννοηθεί με τους αντιπάλους του, επειδή τους αντιμετώπισε ως ανθρώπους και όχι ως Άλλους. Προσπάθησε ακόμα να κάνει “τίμιο πόλεμο”, μην αγγίζοντας αιχμαλώτους, σε αντίθεση με άλλους που είτε από εθνικιστικό μίσος ή προσωπική βεντέτα έσφαζαν ανυπεράσπιστους αντιπάλους.

    Όλες οι φωνές υπάρχουν, είναι ένα εκτεταμένο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα και αναφέρται σε μια άλλη εποχή, με άλλες ιδέες, μεσούσης μιας πολεμικής επιχείρησης. Όπως τα μυθιστορήματα που αναφέρονται στους μαύρους σκλάβους της Αμερικής δεν μπορούν να αποδώσουν το ακριβές περιβάλλον χωρίς να ακούς τους δουλοκτήτες να τους φωνάζουν με ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς της εποχής –θα ήταν στουρθοκαμηλισμός να θυσιάσουμε την αληθοφάνεια για την πολιτική ορθότητα.

Εσχάτως επανήλθε και το Μακεδονικό Ζήτημα στην δημόσια συζήτηση, με τα συλλαλητήρια για την ονομασία της πΓΔΜ. Το κόμικ κυκλοφόρησε λίγο έπειτα, αφού είχε τελειώσει ήδη η παραγωγή του και ήταν έτοιμο για έκδοση. Ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή του εν λόγω κόμικ σε αυτό αυτό το διάλογο;

Ελπίζω, αν συμβεί, να συμβεί για τους καλύτερους των λόγων. Υπάρχει ο κίνδυνος να μείνει σε κάποιον η πρώτη ανάγνωση και έτσι να του “μείνει”, ότι είναι ένα “παιδικό βιβλίο που λέει πόσο καταπληκτικοί είναι οι Έλληνες στο να πολεμάνε τους εχθρούς της πατρίδας”, αλλά έχω δουλέψει τόσο το βιβλίο αυτό που αυτό που μου έχει μείνει πάντως είναι ακριβώς το αντίθετο: Η ματαιοπονία και οι κακουχίες που νίκησαν τις ελληνικές δυνάμεις, ενώ οι τελευταίοι μάχονταν για ιδανικά -εν τέλει όμως έχασαν! Το βιβλίο τελειώνει με την ήττα και τη φυγή των δυνάμεων που πρωταγωνίστησαν στο βιβλίο και παρά τις εθνικιστικές κορώνες στην αρχή, το τέλος του μυθιστορήματος είναι τόσο άσχετο, που δεν μπορώ καν να δω τη σύνδεση προσωπικά, δεν συμπίπτουν ούτε στο ελάχιστο σε ένα διάγραμμα Venn (γέλια). Το μόνο που σήμερα μπορούμε να κρατήσουμε για να απαλλαχθούμε από τις εθνικιστικές και αλυτρωτικές ρητορικές, είναι το διεθνιστικό, φιλειρηνικό και ενωτικό μήνυμα του Τέλλου Άγρα. Την ακάματη αισιοδοξία του, την αφέλεια του, την αναμεμειγμένη με επίγνωση για την ύπαρξη και του ρόλου του (“Και γω αν χαθώ θα’ ρθουν άλλοι να με αντικαταστήσουν”). Επιπλέον, η επιλογή της συγγραφέως να ασχοληθεί με ένα μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι πολεμικές επιχειρήσεις ήταν σε φθίνουσα κατάσταση για την Ελλάδα, ενώ ήταν ένας Αγώνας νικηφόρος για τους ελληνικούς σκοπούς στο τέλος του, μας δείχνει πως η Π. Δ. δεν ενδιαφερόταν να εξυμνήσει τα ελληνικά ιδεώδη, αλλά θέτοντας στο κέντρο τον Τέλλο Άγρα, καταλήγω στο ότι το μήνυμα της συγγραφέως κάθε άλλο παρά εθνικιστικό θα ήθελε να ήταν. Και σε αυτό το τελευταίο πρέπει να εστιάσουμε.

Προσωπικά εγώ δεν το “έχω” ιδιαίτερα με τον Μακεδονικό αγώνα. Θεωρείς ότι χρειάζεται κάποιο συγκεκριμένο γνωστικό υπόβαθρο για να εκτιμηθεί πλήρως η ιστορία;
Το ιστορικό υπόβαθρο γενικά είναι το όλο σκηνικό του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά δεν είναι η ουσία. Μπορείς να πάρεις όλα τα συναισθήματα χωρίς να ξέρεις απαραίτητα την ιστορία. Την ιστορία την καταλαβαίνεις κάπως, ουσιαστικά την βλέπεις να εκτυλίσσεται παράλληλα με την πλοκή του Κόμικ, και θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό που υπάρχει το επίμετρο ως κομμάτι της έκδοσης στο τέλος, το οποίο θεωρώ ότι είναι όσο χρειάζεται.. Φυσικά αν θες να ψάξεις παραπάνω μπορεί να σε βοηθήσει,  αλλά γενικά βοηθάει και στην κατανόηση του κόμικ και γενικά κάποιων ιστορικών πραγμάτων. Είναι Οθωμανική Αυτοκρατορία, και Έλληνες και Βούλγαροι παλεύουν υπό αυτό το ζυγό για την κυριαρχία στον ευρύτερο Μακεδονικό χώρο, αυτή είναι η βασική προϋπόθεση για να καταλάβεις τι συμβαίνει.

Κάτι που μου κόλλησε πάρα πολύ είναι το ότι είδαμε το «Μάγκα» και τον «Περικλή» από το «Μάγκα», της Πηνελόπης Δέλτα υπάρχει ενδεχόμενο prequel ή κάτι σε στυλ «Πηνελόπη Δέλτα, extended Universe»; Όφειλα να το ρωτήσω, δε γινόταν!

Καλά, αρχικά δεν υπάρχει κάποια τέτοια σκέψη αλλά γενικά όσο διάβαζα την ιστορία, ο πιο αγαπημένος μου χαρακτήρας ήταν ο Βασίλης,  ο οποίος ήταν fiction χαρακτήρας και όχι κάποιο ιστορικό πρόσωπο, και γενικά το γεγονός ότι βουτάει και γυρίζει πίσω, ναι αυτό μου φέρνει  λίγο στο μυαλό το «Πηνελόπη Δέλτα, extended universe», ότι δηλαδή θα μπορούσαμε να έχουμε εκεί ένα σίκουελ για τα γεγονότα αμέσως μετά το τέλος των Μυστικών του Βάλτου, αλλά γενικά δεν έχω αυτή τη στιγμή την ενέργεια ούτε καν για να το σκεφτώ λίγο παραπάνω.

Υπάρχει κάποια άλλη ιστορία τόσο κλασική που να ήθελες εσύ να αποδώσεις από την Ελληνική -ή τη Διεθνή γραμματεία;

Δεν ξέρω, σκέφτομαι ότι όταν κάνεις κάποια τόσο μεγάλη δουλειά, μετά θες να χαλαρώσεις, μιας και η δουλεία δε σταματάει ποτέ. Παράλληλα, έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω, ενώ ένα τόσο μεγάλο project που απαιτούσε -πέρα από την πυκνή και ενταντική δουλεία- μια πνευματική ετοιμότητα, ώστε κάθε ημέρα να σχεδιάζω μια σελίδα, το αποτέλεσμα της οποίας  να με αφήνει ικανοποιημένο. Ε, αυτό απαιτούσε μεγάλη πνευματική προετοιμασία κάθε πρωί. Είχα μια καθημερινή ρουτίνα, ώστε να μπορώ να είμαι συναισθηματικά έτοιμος για να προετοιμαστώ, σκέψου, άκουγα κάθε πρωί το δεκαεξάμπαρο του Kendrick Lamar από το Control, το οποίο μιλούσε για τον ανταγωνισμό και γενικά έβαζε σε ένα mood για να μπω μαχητικά κάθε πρωί στη σχεδίαση. Ε, όταν κάνεις κάτι τέτοιο μετά χρειάζεται να κάνεις κάποια πράγματα πιο ήρεμα και πιο χαλαρά, ας πούμε τώρα εικονογραφώ ένα εφηβικό μυθιστόρημα για τις εκδόσεις Πατάκη σχετικό με κάτι παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές, το οποίο είναι πολύ ευχάριστο και δεν απαιτεί όλο αυτό το πράγμα, οπότε όχι τώρα δεν σκέφτομαι κάτι τόσο μεγαλεπήβολο.

 

Θα ήθελα να αναφερθούμε στη συνέχεια, στην ευρύτερη σκηνή των Ελληνικών Κόμικς μιας και είσαι ένα αρκετά αναγνωρίσιμο άτομο στον χώρο. Ας μιλήσουμε λίγο για το  Μπλε Κομήτη. Μια περίοδο που παγκοσμίως έχει πεθάνει η μαζική έντυπη έκδοση, τι μπορεί να σηματοδοτεί μια έκδοση όπως ο Μπλε Κομήτης.


Αρχικά, η μαζική έκδοση μπορεί να  έχει πεθάνει σε μαζικό επίπεδο αλλά βγαίνουν εξαιρετικά πράγματα απλά σε μικρή έκταση. Αν το δω σαν επαγγελματίας, το να υπάρχει ένα περιοδικό στο οποίο μπορώ να πάω και να δώσω τη δουλειά μου να κυκλοφορήσει, για παράδειγμα μια δεκασέλιδη ιστορία η οποία δεν γίνεται να κυκλοφορήσει αλλού, είναι πολύ σημαντικό. Από την άλλη, σαν αναγνώστης, μου αρέσει να πιάνω κάτι το ωραίο, καλοτυπωμένο, κάτι που να μπορώ να το έχω στο ράφι μου, αντίστοιχα και τη μουσική μου μου αρέσει να την έχω και σε φυσική μορφή, μου αρέσει να έχω τη δισκοθήκη μου πέρα από το Spotify ή το mp3. Νομίζω ότι πλέον το έντυπο πηγαίνει σε ένα πιο φετιχιστικό επίπεδο. Παλαιότερα, αυτό ήταν το μόνο μέσο, σήμερα όμως που έχουμε περισσότερες δυνατότητες, το οποίο θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα θετικό, μιας και δεν πιστεύω ότι η νέα τεχνολογία σκότωσε ακριβώς το έντυπο αλλά ότι το ωθεί προς μια αναγκαστική βελτίωση, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία τείνουν να το βλέπουν πιο αφοριστικά, αλλά γενικά πλέον υπάρχουν περισσότερες επιλογές  και διαλέγω ό,τι θέλω περισσότερο. Ο Μπλε Κομήτης είναι μια ωραία έκδοση -όσο μπορώ να το δω απέξω μιας και είμαι χωμένος μέσα από την αρχή, και εκδίδεται και από τον εκδοτικό οίκο με τον οποίο συνεργάζομαι αυτήν την περίοδο, πράγματα τα οποία γενικά δημιουργούν μια συναισθηματική εμπλοκή, αλλά γενικά νιώθω ότι είναι κάτι ωραίο.

Στα έργα σου βάζεις και δική σου μουσική, τώρα θα μπορούσες να “ντύσεις” τα Μυστικά του Βάλτου;

 

Ναι, θα μπορούσα αν υπήρχε ο χρόνος. Και μάλιστα έχω  και πολύ συγκεκριμένη άποψη για το πώς θα ήταν αυτός ο ήχος. Θα ήταν ηλεκτρονικός – ατμοσφαιρικός, κάτι σαν το Burial – Ashtray Wasp.

Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει μια έκρηξη της δημοτικότητας των κόμικς ως μέσο διασκέδασης, κάτι στο οποίο έχουν παίξει και μεγάλο ρόλο και οι κινηματογραφικές μεταφορές των κόμικς των DC & Marvel, μέσα σε όλο αυτό. Αυτό γενικά έχει επηρεάσει την Ελληνική σκηνή;

 

Θεωρώ πως όχι. Ούτε τα κόμικς έχουν επηρεαστεί γενικά από αυτήν την τάση, μιας και αυτές οι μεταφορές δε φαίνεται να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στα κόμικς, στην κυκλοφορία ή δημοφιλία τους, αλλά δεν ξέρω και αν μπορώ να το απαντήσω με βεβαιότητα για  όλο αυτό. Όταν σκέφτομαι τον όρο «ελληνική σκηνή κόμικς», μου έρχεται στο μυαλό η εικόνα από δεκαπέντε άτομα που έχουμε ξεκινήσει μαζί και πορευτήκαμε, αλλά αυτό γενικά δεν είναι η πραγματική εικόνα, μιας και άμα πας σε κάποιο comicdom ή κάποιο σχετικό φεστιβάλ θα δεις διακόσιους ανθρώπους να φτιάχνουν φανζιν ή διάφορα πράγματα, και είναι παιδιά γύρω στα εικοσικάτι τους. για τους οποίους είναι άδικο να μιλήσω όντας 36 και έχοντας πίσω τη δουλειά και την πορεία μου. Γενικά θεωρώ ότι είναι ανεύθυνο να μιλήσω για αυτά τα παιδιά που παλεύουν να κάνουν κάτι και πώς αυτά βλέπουν αυτά τα πράγματα, μιας και εγώ βιοπορίζομαι από τα κόμικς, άρα βρίσκομαι σε μια πιο προνομιακή θέση στο χώρο, άρα δεν μπορώ να απαντήσω με ασφάλεια για τις αλλαγές και πώς επηρεάζουν αυτές τον ευρύτερο χώρο. Αν δε επεξεργαστώ λίγο τον όρο “παλαιότερος” και “αναγνωρίσιμος”, με σοκάρει. Όχι, νομίζω ότι δεν έχει αλλάξει κάτι προς το θετικό.

Ποια είναι η καλύτερη ταινία έβερ για σένα –αναδιατυπώνω, η πιο αγαπημένη;

Με πιάνεις απροετοίμαστο. Έχω αναθεωρήσει τώρα τελευταία γιατί πάντα με επηρεάζει αν μάθω κάτι για τον δημιουργό. Είχα το Old Boy πάρα πολύ ψηλά και διάβασα πρόσφατα για κατηγορίες εναντίον του σκηνοθέτη της ταινίας, του Park Chan-wook για σεξουαλική βία σε πρωταγωνίστριές του. Τώρα ξέρεις, δεν είναι η αγαπημένη μου ταινία, αλλά μου σκάλωσε όπως το πες, η πρώτη ταινία που σκέφτηκα, που δεν είναι και χαρακτηριστική των ταινιών που βλέπω αλλά μ’ αρέσει πάρα πολύ είναι το Upstream Color. Είναι ένας τύπος ο Shane Carruth, την έχει γράψει, σκηνοθετήσει, έχει γράψει τη μουσική, πρωταγωνιστεί, κι είναι ένα πράγμα όνειρο, ποίημα φανταστικό, και μου ‘χε πει ο Θοδωρής Δημητρόπουλος “θα παίξει στις νύχτες πρεμιέρας αυτό, πήγαινε δες το” και το είδα εκεί, ήταν φανταστικό. Εν τω μεταξύ δεν έχω δει περισσότερες αποχωρήσεις σε προβολή, γιατί όντως είναι περίεργη ταινία.  Μετά από μερικά χρόνια είμαστε στο σπίτι των κολλητών μας με την γυναίκα μου και θέλαμε να δούμε ταινία. Και λέω “εγώ θα σας πω”. Βάζουμε αυτό, οι άλλες δύο ξεκινάνε, με το που ξεκινάει η ταινία να λέει μια μαλακία η μία στην άλλη και αρχίζουν να γελάνε κι εκεί ξέρω ότι ήδη έχει χαθεί η μπάλα. Τους λέω “μην το κάνετε, γιατί αν το χάσετε τώρα, πάει όλη η ταινία”. Κι όντως έτσι έγινε. Αλλά το προτείνω να το δείτε, αλήθεια είναι πολύ ωραίο. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι η αγαπημένη μου ταινία, απλά έτσι μου ήρθε σαν μια πάρα πολύ ωραία ταινία. Αγαπημένη μου σειρά πάντως είναι το The Wire.

Όταν σκέφτεσαι μακεδονίτικα τοπία, εμένα το μυαλό μου πάει κατευθείαν σε Αγγελόπουλο.

Ρε συ δεν έχω δει καθόλου Αγγελόπουλο. Αυτός τα έκανε ακόμη πιο βορειοδυτικά. Τα έκανε στις Πρέσπες απ’ ό,τι θυμάμαι. Σωστά; Το πιο βορειοδυτικό που φτάνει η Δέλτα είναι η Έδεσσα και σε κάτι χωριά πάνω απ’ αυτήν. Και Θεσσαλονίκη έχει πάει ο Αγγελόπουλος με το Μια Αιωνιότητα και Μια Μέρα, δείχνει το αστικό τοπίο. Απλώς το πρόβλημα είναι ότι είναι απ’ αυτά τα πράγματα που λες “θέλω να τα κάνω κάποια στιγμή στη ζωή μου σωστά για να με αλλάξουν ως άνθρωπο” κι έχω φτάσει 36 και δεν έχω δει ακόμα Αγγελόπουλο. Για να επιστρέψουμε στο οπτικό του κόμικ, ίσως φταίει ότι δεν έχουμε τόσο εικόνα βάλτου. Ως Ελλάδα σκέφτεσαι τον γαλάζιο αττικό ουρανό. Χονδρικά, είναι ο Σεφέρης κι ο Ελύτης που έχουν κάνει τις παραλίες, και είναι αυτός που έχει πιάσει τους βάλτους και όλα τα υπόλοιπα τοπία είναι ο Αγγελόπουλος. Κι γι’ αυτό μου άρεσε που αποτυπώνεις μια διαφορετική πλευρά.