Clive Barker, Τα Βιβλία του Αίματος, τ. 1 μετάφραση Γιάννης Πλεξίδας Οξύ, 2018 270 σελίδες   Clive Barker, Τα Βιβλία του Αίματος, τ. 2 μετάφραση Γιάννης Πλεξίδας Οξύ, 2018 264…

Ο αιματοβαμμένος ενσώματος ανθρωπισμός του Clive Barker

Clive Barker, Τα Βιβλία του Αίματος, τ. 1

μετάφραση Γιάννης Πλεξίδας

Οξύ, 2018

270 σελίδες

 

Clive Barker, Τα Βιβλία του Αίματος, τ. 2

μετάφραση Γιάννης Πλεξίδας

Οξύ, 2018

264 σελίδες

 

η εικονογράφηση του κειμένου έγινε με πίνακες του ίδιου του Barker.

 

Η λογοτεχνία Τρόμου είναι από τα πράγματα που θυμάμαι τον εαυτό μου να μου αρέσουν καταστατικά, ήδη από όταν άρχισα να διαμορφώνω γούστο στα πράγματα· δεν θα είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο αν πω ότι έχει συνταιριαστεί για μένα με πράγματα όπως το metal και τα βιντεοπαιχνίδια. Υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά, και είναι το escapism, που συχνά αποκαλούμε νερντοσύνη –με τα θετικά και τα αρνητικά του. Πέρα από αυτήν την κοινωνιολογία της «διαφορετικότητας» όμως, υπάρχει και κάτι πιο βαθύ –και πολύ πιο ενδιαφέρον: υπάρχει η πρωταρχική έννοια και ανάγκη για το ακραίο, για το γκροτέσκο, για το Άλλο. Εκεί είναι που ενώνονται σαφέστερα τα νήματα αισθητικών επιλογών και υπαρξιακών αναγκών για ενατένιση όσων βρίσκονται ταυτόχρονα πέρα από εμάς και μέσα σε εμάς. Ένας από τους συγγραφείς (και σεναριογράφους, ζωγράφους, και ένα σωρό άλλα) που έχουν αναδείξει καλύτερα αυτή τη συνθήκη είναι ο Clive Barker.

Τα Βιβλία του Αίματος αποτελούνται από 6 (ή 3, σε άλλη έκδοση) τόμους, και εκδόθηκαν το 1984-1985, φέρνοντας τον Μπάρκερ στο προσκήνιο του είδους και αναγκάζοντας τον πολύ Stephen King να χρίσει τον νέο Βρετανό συγγραφέα «μέλλον του Τρόμου». Πρόκειται για συλλογές σχετικά μεγάλων διηγημάτων, πολλές από τις οποίες μεταφέρθηκαν σε κόμικς και κινηματογράφο, με διαφορετικά επίπεδα πιστότητας και ποιότητας. Προσωπικά, είχα διαβάσει μεταγενέστερα έργα του Μπάρκερ και μερικές σκόρπιες ιστορίες στα αγγλικά, οπότε η επανέκδοση των Βιβλίων του Αίματος από τις Εκδόσεις Οξύ –καθώς η προηγούμενη έκδοση στα ελληνικά έχει προ πολλού εξαντληθεί– ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για να ξαναβρώ μετά από χρόνια έναν από τους συγγραφείς που μου είχαν κάνει την πιο έντονη εντύπωση στα τρυφερά μου χρόνια.

 

Μέχρι στιγμής έχoυν βγει ο πρώτος και το δεύτερος τόμος. Τον πρώτο τον διάβασα απνευστί ένα ταιριαστά βροχερό βράδυ. Στα θετικά της ελληνικής έκδοσης –εκτός από την εξαιρετική πρωτοβουλία– το μέγεθος και βάρος του βιβλίου, που σου επιτρέπει να το κουβαλήσεις μαζί σου ανά πάσα στιγμή και να βυθιστείς σε αυτό οπουδήποτε –αν και θα σας πρότεινα να μην το διαβάσετε στο λεωφορείο. Οι Εκδόσεις Οξύ, λοιπόν, τιμούν την pulp προέλευση του είδους και την αποδέχονται ως συστατικό στοιχείο του, πράγμα πολύ θετικό και κατεξοχήν αντιελιτιστικό. Στα αρνητικά τώρα: η έλλειψη πίνακα περιεχομένων είναι ένα πρόβλημα, ωστόσο ο αριθμός και η έκταση των διηγημάτων μειώνει τη σημασία αυτού του ζητήματος. Επίσης, υπάρχουν αρκετά σημεία του βιβλίου όπου η μετάφραση θα μπορούσε να έχει γίνει σε πιο στρωτά ελληνικά. Αυτά τα ζητήματα, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν μειώνουν την αναγνωστική απόλαυση.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο περιεχόμενο του βιβλίου. Ο πρώτος τόμος των Βιβλίων του Αίματος περιλαμβάνει 6 μεγάλα διηγήματα, για τα οποία έχει ήδη γράψει γλαφυρότατα στο περιοδικό μας ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης. Ο Μπάρκερ, που εντάσσεται στο ρεύμα του Weird, συντάραξε συθέμελα τη λογοτεχνία Τρόμου, και το ανά χείρας βιβλίο είναι η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό –παρόλο που είναι το πρώτο του: ο συγγραφέας χειρίζεται αριστοτεχνικά τις συμβάσεις και τα υποείδη του Τρόμου, είτε για να τους αποτίσει φόρο τιμής, είτε για να παίξει μαζί τους και να παραγάγει ένα εντελώς νέο αποτέλεσμα.

Ο δεύτερος τόμος κινείται σε παρόμοια και ταυτόχρονα σε διαφορετικά μονοπάτια: περιλαμβάνει 5 μεγάλα διηγήματα, στα οποία είναι σαφές πως ο συγγραφέας δοκίμασε εν πολλοίς μια διαφορετική προσέγγιση. Αντί να μας προσφέρει μια μεγάλη εικόνα του κοσμικού τρόμου, ο Μπάρκερ προτίμησε την καταβύθιση στα αιματοβαμμένα έγκατα του ανθρώπινου ψυχισμού –στην πλειοψηφία, τουλάχιστον των διηγημάτων. Χωρίς να γίνεται σε καμία περίπτωση ψυχολογικό θρίλερ, το σώμα (pun intended) των διηγημάτων του δεύτερου τόμου προσεγγίζει ζητήματα όπως ο τρόμος του ανθρώπου για τον άγνωστο διπλανό του, η απώλεια και η ερωτική απόρριψη, το δίπολο ανάμεσα στη ζωώδη και στην ορθολογική ωμότητα που ασκούν οι άνθρωποι στους υπολοίπους.

Όλα αυτά φιλτράρονται, βέβαια, μέσα από τον φακό της ακρότητας, της φρίκης και ανακατεύονται σε ένα βίαιο, αποτρόπαιο και γεμάτο αίμα σκηνικό. Παρά τους πολύ ενδιαφέροντες πειραματισμούς, βέβαια, το καλύτερο διήγημα του τόμου, κατά τη γνώμη μου, είναι και πάλι δομημένο στη μεγάλη κλίμακα: “Τα Δέρματα των Πατέρων” είναι μεν μια ιστορία με κέντρο της την οικογένεια σε μια μικρή πόλη, αλλά με μια κοσμική προοπτική όπου το μεγάλο και το μικρό ενώνονται με έναν συγκλονιστικό τρόπο που μόνο ένας τόσο σπουδαίος συγγραφέας θα μπορούσε να πετύχει. Ως προς την ίδια την έκδοση, η απουσία περιεχομένων αποτελεί και πάλι μια μικρή ενόχληση, αλλά η μετάφραση είναι αυτή τη φορά πολύ καλύτερη και χωρίς σχεδόν κανένα σημείο όπου ο αναγνώστης μπορεί να “διαβάσει” τα αγγλικά πίσω από την ελληνική απόδοση.

 

 

Δύο είναι τα χαρακτηριστικά του πρώιμου Μπάρκερ που μου κάνουν ιδιαίτερο κλικ: ο απέραντος σεβασμός του στον Λάβκραφτ, και η τάση του προς το διονυσιακό, οργιαστικό στοιχείο. Αυτά τα φαινομενικά αντιφατικά χαρακτηριστικά φανερώνουν έναν συγγραφέα που έχει αρκετό ταλέντο ώστε να συγκεράζει την παγωμένη αποστασιοποίηση του Λάβκραφτ από τον κόσμο –με όσα γνωστά αρνητικά αυτό συνεπάγεται– με έναν αντεστραμμένο και ιδιαίτερα σωματοποιημένο ανθρωπισμό. Στα έγκατα της Νέας Υόρκης, στα απομακρυσμένα αγροκτήματα της αμερικανικής εξοχής και στις πεδιάδες της Γιουγκοσλαβίας, το κοσμικό, υπαρξιακό δέος που αναδίδει η ενατένιση των αρχέγονων δυνάμεων συνδυάζεται με την αίσθηση της ανάμειξης των σωμάτων, της σαρκικότητας και της οσμής αυτού που κάνει τον άνθρωπο κάτι πολύ περισσότερο από ένα σκεπτόμενο ον. Ο Μπάρκερ πλάθει εικόνες που κόβουν την ανάσα με την ένταση και την ακρότητά τους, αφήνοντας συνήθως τη λύτρωση εκτός κάδρου και ενίοτε υπονοώντας την. Μέσα από σκηνικά που ξεκινούν από το καθημερινό και χτίζονται για να φτάσουν στο απόκοσμο, το υπερφυσικό, το διεστραμμένο και το ανείπωτο, υπηρετεί μια τέχνη που μας φέρνει στα δικά μας διανοητικά, συναισθηματικά και σωματικά όρια, κάνοντάς μας τελικά να αναμετρηθούμε με την ίδια μας την ανθρωπιά και να φτάσουμε στην κάθαρση που δεν δικαιούνται συνήθως οι ήρωες των διηγημάτων του.

Όπως πολλά σπουδαία έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας Τρόμου και Φανταστικού, ο πρώτος τόμος των Βιβλίων του Αίματος είναι μια σπουδή στα όρια της ανθρώπινης κατάστασης· είναι η απενοχοποιημένη σύζευξη σώματος και πνεύματος, μέσα από τη βίαιη καταστροφή τους· είναι μια χαρτογράφηση των απώτατων άκρων του τι είμαστε, τι νιώθουμε και τι κρύβουμε μέσα μας· είναι, τελικά, ένα βιβλίο γραμμένο με αίμα, αλλά όχι ένα απλό λουτρό αίματος. Κάθε διήγημα του βιβλίου έχει διαφορετική κάτοψη, αλλά όλα είναι χτισμένα με το ίδιο υλικό –αυτό που ρέει μέσα μας και μας καθιστά θνητούς, περατούς, αλλά και ικανούς να ατενίσουμε μια άλλη συνθήκη ύπαρξης.

Διαβάζοντας το βιβλίο θυμήθηκα τον κόμπο στον λαιμό και το βουβό ουρλιαχτό που μου είχε προκαλέσει, πριν πολλά πολλά χρόνια, η πρώτη ανάγνωση του διηγήματος «The Whimper of Whipped Dogs» του μεγάλου Harlan Ellison. Νομίζω ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα γιατί ψάχνουμε συχνά στην τέχνη το ακραίο, το εκτός ορίων, το μανιασμένο: επειδή, αν και υπάρχουν πολλοί δρόμοι προς το Υψηλό, ο πιο επώδυνος είναι πολλές φορές και ο πιο συγκλονιστικός.