Στις 10 Γενάρη του 2016 φεύγει από τη ζωή ο David Bowie, χτυπημένος από καρκίνο. Τρεις μέρες πριν, βγαίνει το βίντεο κλιπ από το τελευταίο του κομμάτι, το ειρωνικά εκ…

Η μέρα που σταμάτησε ο Κόσμος: Μια περιήγηση μαζί με το Φάντασμα του Mark Fisher

Στις 10 Γενάρη του 2016 φεύγει από τη ζωή ο David Bowie, χτυπημένος από καρκίνο. Τρεις μέρες πριν, βγαίνει το βίντεο κλιπ από το τελευταίο του κομμάτι, το ειρωνικά εκ του αποτελέσματος ονομασμένο Lazarus. Ένα τραγούδι με αρκετά απόκοσμο ρυθμό και νεκρικές εικόνες. Ο Bowie φαίνεται να εξιστορεί τη ζωή του, αισθανόμενος πως έχει φτάσει στο τέλος του. Πράγματι, τρεις μέρες μετά αφήνει την τελευταία του πνοή. Η φωνή του Bowie μας στοιχειώνει, καθώς αισθανόμαστε σιγά σιγά τι πρόκειται να ακολουθήσει. Έρχεται το Τέλος.

Αυτό ήταν. Τα φαντάσματα που στοιχειώνουν τον Bowie είναι πολλά και μέσα από την εικονογραφία και τους στίχους τους, τα φαντάσματα στοιχειώνουν και εμάς. Στο τραγούδι περιγράφει την ζωή του, από την αρχή ως το τέλος της, σαν να ξέρει τι θα ακολουθήσει και να μας αφήνει κάποιου είδους διαθήκη. Τα φαντάσματα στη ζωή του Bowie, συμβολικά και κυριολεκτικά, αυτή τη φορά έρχονται να τον στοιχειώσουν με τη μορφή των αναμνήσεων του. H πορεία του ως ένας αδιαμφισβήτητος ροκ σταρ, το stardom , η αγάπη που έτρεφε για το κοινό του αλλά και το γεγονός πως κανείς δεν γνώριζε πως έπασχε από καρκίνο μέχρι που πέθανε, όλα αναφέρονται στο τραγούδι. Ένα τραγούδι, τελευταίο αντίο στις αναμνήσεις που του κράτησαν συντροφιά και στο κοινό του που δεν γνώριζε τι θα συμβεί αλλά θα καταλάβαινε το νόημα μόνο εκ του αποτελέσματος.

Υπάρχει ο θρύλος των νεκροταφείων ελεφάντων. Όταν οι ελέφαντες αισθάνονται ότι έχει έρθει η ώρα τους, φεύγουν από το κοπάδι για να μην το βαρύνουν με τον επικείμενο θάνατο τους και αποσύρονται ήρεμα σε ένα μέρος όπου πάνε οι ελέφαντες για να πεθάνουν, μόνοι.  Ένα νεκροταφείο, πάλι παραδόξως, στοιχειωμένο από τα φαντάσματα όλων όσων κατοικούν εκεί, που καλούν τους επόμενους, αυτούς που βρίσκονται κοντά στο θάνατο, να έρθουν να τους συναντήσουν. Ένα νεκροταφείο, όπου τα κόκαλα των νεκρών συναντούν τους μελλοθάνατους.

Αυτό ήταν για τον Mark Fisher, Λονδρέζο θεωρητικό και ακτιβιστή, καθηγητή στο Goldsmiths, University of London, αλλά και μέλος της αντιεξουσιαστικής συλλογικότητας Plan C, η μέτα-θατσερική Αγγλία. Ένα μέρος όπου τα φαντάσματα όσων ήταν και όσων θα μπορούσαν να είναι, συναντούν τους ζωντανούς και τους στοιχειώνουν.

 

 

Ένα απέραντο αστικό, βιομηχανοποιημένο πλέον τοπίο, μέσα στο οποίο ο νεοφιλελευθερισμός έπαιζε σε ένα άδειο γήπεδο. Οι υποσχέσεις των Εργατικών είχαν καταρρεύσει μέσα στη δεκαετία του ’90 και η Αριστερά, τουλάχιστον η συστημική, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει από τους Συντηρητικούς. Ο Τρίτος Δρόμος του Blair, τα New Labour politics δηλαδή, απλώς άλλαξαν προσωπείο, εξευγένισαν ένα πολιτικό σύστημα που δεν ήταν άλλο από τον νεοφιλελευθερισμό, αυτή τη φορά σε ένα πιο «φιλικό για την οικογένεια» πακέτο.

Ο Fisher, ήδη από το 2003, κατάφερε να δει πέρα από αυτή την φαινομενική διάκριση, σπάζοντας την κυρίαρχη ιδεολογία σε επιμέρους σημεία. Στην κουλτούρα, την οικονομία, την φιλοσοφία, τις επιστήμες ακόμα και την μουσική. Ξεκίνησε να κάνει την διάγνωση για ένα πολιτικό σύστημα, του οποίου τα αόρατα χέρια επεκτείνονταν πολύ πέρα από αυτό που είναι ορατό. Στην καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την ψυχοσύνθεση του καθενός και τα γούστα του. Ξεκίνησε να βλέπει πώς διαμορφωνόταν μια νέα κανονικότητα η οποία θα έστελνε τα υποκείμενα που την ζούσαν σε μια βαθιά σκουληκότρυπα, χωρίς μέθοδο διαφυγής, τουλάχιστον φαινομενικά.

Ξεκινώντας από το blog του, k-punk, k όπως κυβικός και punk από την έντονη άρνηση του δει την πραγματικότητα με τους όρους που μας έχουν επιβληθεί, δηλαδή στα πλαίσια του ΤΙΝΑ ( There Is No Alternative), το 2003, ο Fisher επιχείρησε μια δύσκολη και επίπονη, τόσο για τον ίδιο όσο και για μας, ανάλυση της καθημερινότητας μας. Το δόγμα του καπιταλιστικού ρεαλισμού, το οποίο μας φαίνεται αναπόδραστο, πράγματι για κάποιους φαίνεται πως δεν υπάρχει καμία εναλλακτική.

 

 

Η εργασία, το διαδίκτυο, οι φιλικές μας σχέσεις, η ψυχολογική μας κατάσταση, η ταξική μας θέση, η φυλή και το φύλο μας, όλα φαίνεται να συνδέονται κάτω από ένα πολύπλοκο σύστημα καταπιέσεων και κοινωνικών κατασκευών που μας κρατά καθηλωμένους. Καθηλωμένους σε ένα παρόν που είναι μίζερο, ενώ το Μέλλον μας φαίνεται συνεχώς όλο και πιο μακριά, σχεδόν σαν να μας το έχουν κλέψει, στερήσει. Όταν βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου διαισθάνεσαι συνεχώς το τέλος είναι δύσκολο να φανταστείς το μέλλον. Με άλλα λόγια, πως γίνεται να φανταστείς ένα μέλλον όταν το παρόν φαίνεται να είναι τόσο δυσανάγνωστο. Είναι πιο εύκολο να φανταστείς το τέλος του κόσμου παρά να φανταστείς το τέλος του καπιταλισμού.

Αυτό ήταν το πρώτο κεφάλαιο στο βιβλίο Καπιταλιστικός Ρεαλισμός, του Mark Fisher που κυκλοφόρησε το 2009. Ένα από τα κεντρικά του επιχειρήματα ήταν πως το Τέλος του Κόσμου, δεν θα έρθει από μια καταστροφή που θα επιστρέψει την ανθρωπότητα στο σημείο μηδέν, αλλά πως ο κόσμος τελειώνει μαζί με εμάς, ή καλύτερα πως εμείς ζούμε στο Τέλος του Κόσμου κάθε στιγμή που περνάει. The world doesn’t go out with a bang, This is the end of the world and we are living through it.

 

 

Μια αντίληψη που προέρχεται από την κανονικοποίηση της κρίσης: κάποιοι, κάπου και κάποτε έλαβαν μια σειρά μέτρων, ως έκτακτα τότε, που όμως παρέμειναν και παραμένουν σε ισχύ μέχρι σήμερα. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν τελείωσε ποτέ και εμείς ξεχάσαμε πότε ξεκίνησε και φυσικά πλέον δεν μπορούμε να φανταστούμε καν πως θα ήταν να ζούσαμε χωρίς αυτήν.

Μπορεί να ήταν η πτώση του Τείχους, μπορεί να ήταν η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο ή μπορεί και να ήταν η 11η Σεπτεμβρίου.

Σημασία έχει πως έγινε και τώρα είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε σε αυτά τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Θα μπορούσε βέβαια να είναι και χειρότερα. Θα μπορούσαμε να ζούμε σε πραγματικά ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου η κυριαρχία του κράτους και του κεφαλαίου δεν έχουν συμβολική μορφή αλλά κυριολεκτική. Η αστυνομία και ο στρατός βρίσκεται έξω 24/7 και σε παρακολουθεί. Αν κάνεις το παραμικρό λάθος πας φυλακή ή ακόμα χειρότερα εκτελείσαι. Τα πράγματα θα μπορούσαν είναι και χειρότερα. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, υπάρχει αλλά είναι μακάβρια και απείρως χειρότερη από το παρόν που ζούμε τώρα.

Εκεί έγκειται και η δύναμη του καπιταλισμού και του Κεφαλαίου, πως δηλαδή έχουν ρίξει τις μάζες σε μια βαθιά κατάσταση άρνησης, πως ότι και να ζούμε τουλάχιστον πάντα υπάρχουν και χειρότερα. Είσαι φτωχός; Δεν έχει σημασία θα μπορούσες να είσαι νεκρός. Πεθαίνεις από μια ανίατη ασθένεια; Δεν πειράζει, τουλάχιστον έχεις δίπλα σου την οικογένεια σου και αυτούς που σε αγαπάνε. Τουλάχιστον θα πεθάνεις με αυτούς στο πλευρό σου.

Η καλύτερη στρατηγική του Διαβόλου ήταν πως έπεισε τον Άνθρωπο ότι δεν υπάρχει. Έτσι και εδώ, το Κεφάλαιο κατάφερε να μας πείσει, πως δεν υπάρχει καμία εναλλακτική πέρα από αυτό. Είναι όμως έτσι;

Πέντε χρόνια μετά τον Καπιταλιστικό Ρεαλισμό, ο Fisher κυκλοφορεί την συλλογή Ghosts of My Life, στην οποία μας ξεναγεί στους δρόμους τους Λονδίνου, στοιχειωμένου πλέον, από την απώλεια.

Την απώλεια του μέλλοντος που θα μπορούσε να έρθει αλλά δεν έφτασε ποτέ.

 

Οι δεκαετίες του post-punk και των Joy Division, της φωνής του Ian Curtis και του σπασμωδικού χορού που φαίνεται να μαρτυρούσε την αποσύνδεση και την εξατομίκευση μιας ολόκληρης γενιάς με σχεδόν προφητική ακρίβεια, στα απόκοσμα φωνητικά και τις μελωδίες του Tricky που καλούν τα χαμένα πνεύματα της εργατικής τάξης και του λούμπεν προλεταριάτου να διεκδικήσουν, πάρουν πίσω τα όνειρα που στερήθηκαν.

Καθώς ο Mark περιπλανιέται στους άγνωστους πλέον γι’αυτόν δρόμους του Λονδίνου αναρωτιέται τι άλλαξε;

Παλιά το Λονδίνο έσφυζε από ζωή. Υπόγεια μουσικά στέκια, καταλήψεις από ravers, περιθωριακοί και punks συνέθεταν ένα μωσαϊκό που φαίνεται να τον ενέπνεε. Οι αγώνες των σωματείων, οι επιτροπές των Εργατικών, τα πάντα χάθηκαν, όταν οι κυρίαρχες πολιτικές διαφορές μεταξύ των κλασσικών και παραδοσιακών ιδεολογιών εξανεμίστηκαν.

Τα υπόγεια στέκια έγιναν κλαμπ, οι καταλήψεις αγοράστηκαν και εξευγενίστηκαν από την χίπστερ εκδοχή του Κεφαλαίου και τώρα εκεί που κατοικούσαν οι αναμνήσεις, πλέον κατοικούν τα φαντάσματα του Παρελθόντος που όμως του θυμίζουν πως το Μέλλον όπως το φανταζόταν δεν ήρθε ποτέ. Είναι σχεδόν σαν να είμαστε κλειδωμένοι σε ένα συνεχές καθεστώς πρόωρης αμνησίας, σαν τον Guy Pearce στο Memento. Γνωρίζουμε που είμαστε αλλά δεν μπορούμε να θυμηθούμε πως φτάσαμε εκεί. Σε ποιο σημείο της ιστορίας μας, χάσαμε μια λεπτομέρεια που δεν μας επιτρέπει να κάνουμε σωστά την σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και ένα πιθανό μέλλον.

Το μόνο πράγμα που μας υπενθυμίζει το παρελθόν, σύμφωνα με τον Fisher , είναι τα φαντάσματα των αναμνήσεων μας, που συνεχίζουν να βρίσκονται στις εικόνες του παρόντος και να μας θυμίζουν όχι μόνο τι έγινε αλλά και τι θα μπορούσε να γίνει. Μια πιθανή εκδοχή του μέλλοντος, που όμως δεν ήρθε όπως την περιμέναμε.

Ο θατσερισμός άφησε ένα βαθύ τραύμα στο αγγλικό ασυνείδητο, το οποίο ακόμα πασχίζουν να επουλώσουν.

 

 

Μια από τις κλασικές θεωρίες της ψυχανάλυσης είναι πως οι «ψυχικές ασθένειες» οφείλονται σε ένα τραυματικό γεγονός, μια στιγμή του παρελθόντος η οποία μας χτύπησε και έχει αφήσει μια ανοιχτή πληγή η οποία συνεχώς αιμορραγεί στο παρόν.

Ο Fisher ήταν από τους λίγους θεωρητικούς που καταπιάστηκε με την ιδέα της κατάθλιψης, σε τέτοιο βαθμό που είναι κεντρικό σημείο στα έργα του.

Άλλωστε, δεν είναι μυστικό, πως και ο ίδιος ο Mark πάλευε αρκετά χρόνια με την κατάθλιψη. Ενδεχομένως τα γραπτά του να ήταν και ο τρόπος του για να κλείσει το τραύμα του. Όμως δεν ασχολήθηκε απλώς με την κατάθλιψη. Ήταν κάτι παραπάνω από ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Τον ενδιέφερε η οντολογία της θλίψης, η ρίζα της και η επίδραση της στο σύγχρονο, ατυχώς ονομασμένο, πρεκαριάτο. Η κατάθλιψη σύμφωνα με τον Fisher είναι κάτι παραπάνω από μια αδυναμία του εγκεφάλου να παράγει σεροτονίνη. Είναι ίσως το αποτέλεσμα ενός πολιτικού και κοινωνικού status quo, που σου υπενθυμίζει ότι δεν είσαι αρκετά καλός για…..

Δεν είσαι αρκετά καλός για να βρεις μια δουλειά(τι δουλειά έχεις σε μια καθημερινή εργασία ωραρίου, να πας να βρεις δουλειά αλλού, εδώ μπορεί να στερήσεις τη θέση από κάποιον που την αξίζει) , δεν είσαι αρκετά καλός για να πάρεις το πτυχίο (έλα τώρα αφού όλοι ξέρουμε ότι δεν διάβασες όσο έπρεπε, τα πασάλειψες και αντέγραψες), δεν είσαι αρκετά ελκυστικός ή ελκυστική ( έλα τώρα όλοι το ξέρουμε, αφού αποφεύγεις να κοιταχτείς στον καθρέφτη) δεν είσαι κανονικός επειδή δεν βρίσκεσαι όντως σε επαφή με τα συναισθήματα σου (πότε ήταν η τελευταία φορά που είπες την αλήθεα για κάτι, ούτε καν θυμάσαι).

Ο μεγαλύτερος δείκτης για την πολιτική και κοινωνική ρίζα της κατάθλιψης, σύμφωνα με τον Fisher, είναι η ιδέα πως δεν είσαι αρκετά ικανός/η να επιτελέσεις τον κοινωνικό σου ρόλο. Οι ταξικές, φυλετικές και έμφυλες νόρμες που μας αλυσοδένουν από την γέννηση μας μέχρι το θάνατο μας, μας σπρώχνουν συνεχώς σε ένα υπαρξιακό άγχος πως κάτι κάνουμε λάθος.

Η ρητορική της υπευθυνότητας των ανώτερων τάξεων, προς τις υποτελείς, πως δηλαδή αν είσαι φτωχός φταις εσύ που δεν εργάστηκες αρκετά σκληρά, αν οι άλλοι σε κρίνουν με βάση τη φυλή σου φταις εσύ που δεν έκανες κάτι για να αποσυνδεθείς από το συλλογικό στίγμα που φέρει το χρώμα σου, αν κάποιος σε βιάσει φταις εσύ γιατί ντύθηκες προκλητικά. Η ρητορική αυτή εντείνεται ιδιαίτερα στις περιόδους κρίσης, όπου κάθε βεβαιότητα καταρρέει και τα άτομα ψάχνουν απεγνωσμένα αποδομένους και έτοιμους ρόλους να επιτελέσουν.

 

 

Αυτή είναι η συνθήκη στην οποία ζούμε τα τελευταία, πολλά χρόνια και κάθε φορά που πάμε να βγούμε από το αδιέξοδο, ένα αίσθημα υποτίμησης μας καταβάλλει, υπενθυμίζοντας μας πως δεν αξίζουμε να βγούμε από αυτή την κρίση, γιατί εμείς είμαστε εξαρχής υπεύθυνοι που μπήκαμε. Αυτό είναι το δικό μας «χρέος» απέναντι στον κόσμο και άρα εμείς και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την αποπληρωμή του.

 Το τελευταίο βιβλίο του Fisher κυκλοφόρησε μετά την αυτοκτονία του, το 2017, με τίτλο The Weird and the Eerie. Μια ειρωνικά, αρκετά απόκοσμη και παράξενη δουλειά, κυρίως αν σκεφτεί κανείς πως ο Fisher «έφυγε» το 2017, σε ηλικία 48 ετών.

Τι παράξενο πράγμα, κάποιος να καταπιαστεί με το μεταφυσικό, την ώρα που ίσως αισθάνεται ότι δεν θα βρίσκεται για πολύ ακόμα σε αυτό τον κόσμο. Παρά τον τίτλο του, το έργο του παραμένει βαθιά πολιτικό και ριζοσπαστικό, όπως άλλωστε και τα προηγούμενα. Οι ιδέες του Παράξενου και του Απόκοσμου, χρησιμοποιούνται στην προκειμένη για να αντιπαρατεθούν ή και να συμπληρώσουν την φροϋδική ιδέα του unheimlich, μια ιδέας ή ανάμνησης ότι κάτι είναι κρυμμένο από τον κόσμο αλλά και εμάς. Με άλλα λόγια ότι υπάρχει κάτι που το αγνοούμε, και η άγνοια αυτή μας προκαλεί έντονο άγχος, πως κάτι θα έπρεπε να είναι εκεί, αλλά το εκεί, είναι άδειο.

 

 

Αυτή η ιδέα είναι κάτι που απαντάται αρκετά συχνά στους κύκλους του Φανταστικού. Από την λογοτεχνία, στην τηλεόραση και απο εκεί στον κινηματογράφο. Το βιβλίο αυτό με μια πρώτη ματιά φαίνεται σαν είναι ένα εγχειρίδιο κατανόησης ορισμένων πτυχών του Φανταστικού. Και ώς ένα βαθμό είναι. Όμως η εξερεύνηση δεν σταμάτα εκεί. Εκεί όπου το Φανταστικό συναντά το Πραγματικό, δηλαδή στα πεδία της ψυχανάλυσης και της φιλοσοφίας εκεί ακριβώς είναι που μας προσκαλεί ο Fisher να περιηγηθούμε.

Στο κόσμο του Fisher το Κεφάλαιο εμφανίζεται σαν το Πράγμα του Carpenter, ή τους Εξωτερικούς Θεούς του Lovecraft, ένα εφιαλτικό πλάσμα που δεν θυμίζει με τίποτα ανθρώπινο κατασκεύασμα και η επιρροή της θέας του μόνο αρκεί για μας ρίξει σε μια ατελείωτη δίνη τρέλας  και παράνοιας. Οι άγνωστες και αθέατες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού ορίζουν τις ζωές μας και μας δίνουν ρόλο, ακριβώς όπως τα πνεύματα του Ξενοδοχείου Overlook μετέτρεψαν τον Jack Torrance από οικογενειάρχη σε δολοφόνο. Οι γκρι κουρτίνες του TINA μας αποκρύπτουν το μέλλον, το μέλλον που θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ακριβώς όπως οι κόκκινες κουρτίνες του Lynch. Όταν η Λογική αντικαθίσταται από τους νόμους της αγοράς, το Παράξενο και το Απόκοσμο αιμορραγούν μέσα στο Πραγματικό και η κανονικότητα διαρρηγνύεται. Όταν το Ασυνείδητο αιμορραγεί μέσα στο συνειδητό το τραύμα γίνεται καθημερινό βίωμα.

Τα έργα του Fisher είναι ίσως μοναδικά. Επεξεργάζεται σύνθετες και πολύπλοκες ιδέες από διάφορα πεδία (φιλοσοφία, κοινωνιολογία, πολιτισμική θεωρία, ψυχανάλυση) μέσα από την αγάπη για του την μουσική, το σινεμά και την λογοτεχνία. Με μια κριτική ματιά που λίγοι κατέχουν στις μέρες μας και με ένα αγνό ενδιαφέρον για το μέλλον των κοινωνικών κινημάτων.

Ένα μέλλον που θεωρούσε ότι μας στερήθηκε και πρέπει να βάλουμε κάτω τα κεφάλια μας ώστε να βρούμε πως θα το πάρουμε πίσω.

Δεν είχα δυστυχώς την τύχη να τον γνωρίσω αλλά ομολογώ ότι τα γραπτά του με στοιχειώνουν. Η αναλυτική του σκέψη ήδη από το 2003 έδινε πνοή σε μια νέα γενιά θεωρητικών. Μια γενιά που όχι μόνο θα έγραφε για τα πιστεύω της αλλά θα τα διεκδικούσε κιόλας. Τα τελευταία του γραπτά ήταν πάνω στο Acid Communism, μιας ιδέας όπου η Αριστερά θα κατάφερνε να σπάσει την νεοφιλελεύθερη ηγεμονία του TINA, αγκαλιάζοντας και οικοδομώντας μια αφήγηση βασισμένη στις μετα-καπιταλιστικές της επιθυμίες. Δηλαδή ένα όραμα που θα έπαιρνε σάρκα και οστά από τις επιθυμίες και τις ανάγκες των ατόμων.

Αισθάνομαι λίγο περίεργα, με την απόκοσμη και την παράξενη έννοια να γράφω για τον Fisher γιατί σε αρκετά κομμάτια της δουλειάς του αναγνωρίζω και τα δικά μου Φαντάσματα.  Αλλά νομίζω πως το Φάντασμα του δεν βρίσκεται εδώ για να μας στοιχειώσει, τουλάχιστον όχι αρνητικά. Αλλά για να μας σπρώξει προς ένα πιθανό μέλλον, ένα από τα πολλά που θα μπορούσαμε να έχουμε, αν το πάρουμε απόφαση.

Ο  Mark Fisher αυτοκτόνησε στις 13 Γενάρη του 2017 πριν ολοκληρώσει τα τελευταία έργα του, με την εικόνα του νεοφιλελεύθερου Λονδίνου να μεταμορφώνεται σε ένα απέραντο νεκροταφείο ελεφάντων.