Ένα θέμα που απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί τους πάντες στο πλαίσιο της ελληνικής κρίσης είναι η περίφημη «ελληνική οικογένεια». Κείμενα, καλλιτεχνικές προσπάθειες και προϊόντα της ποπ κουλτούρας μας έδωσαν…

Συζητώντας με τον Δημήτρη Παπανικολάου για την ”αγία ελληνική οικογένεια”, την κρίση και τα identity politics

Ένα θέμα που απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί τους πάντες στο πλαίσιο της ελληνικής κρίσης είναι η περίφημη «ελληνική οικογένεια». Κείμενα, καλλιτεχνικές προσπάθειες και προϊόντα της ποπ κουλτούρας μας έδωσαν ένα πυκνό σώμα αναπαραστάσεων για την οικογένεια, προσπαθώντας εν μέρει να απαντήσουν στο αιώνιο ερώτημα «πώς φτάσαμε μέχρι εδώ;» –και σε ορισμένες περιπτώσεις στο πιο χρήσιμο ερώτημα «τι κάνουμε από εδώ και πέρα;». Ο Δημήτρης Παπανικολάου, αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και πολυγραφότατος δημόσιος διανοούμενος, επιχειρεί μια ανατομία αυτού του φαινομένου στο νέο του βιβλίο «Κάτι τρέχει με την οικογένεια. Έθνος, πόθος και συγγένεια την εποχή της κρίσης» (Εκδόσεις Πατάκη), οπότε θεωρήσαμε ιδιαίτερα ενδιαφέρον να κουβεντιάσουμε μαζί του για τον δημόσιο λόγο, την ποπ κουλτούρα και τα identity politics στον καιρό της κρίσης, υπό τον φακό της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Τη συνέντευξη πήραν ο Χρήστος Τριανταφύλλου και ο Νίκος Σταματίνης.

 

Γράφοντας για την οικογένεια στην εποχή της κρίσης

Χρήστος Τριανταφύλλου: Δημήτρη καλημέρα. Θα θέλαμε αρχικά να μας δώσεις μια ιδέα για την αφορμή για τη συγγραφή του νέου σου βιβλίου, για τις συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε, και για την κεντρική του ιδέα.

 

Δημήτρης Παπανικολάου: Το βιβλίο είχε δύο σημεία εκκίνησης: το προφανές, από τον δικό μου χώρο των πολιτισμικών σπουδών και της φιλολογίας, ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν πολλά πολιτισμικά κείμενα με ένταση, επαναληπτικότητα και ενδιαφέρον, που είχαν θέμα την οικογένεια. Οικογένειες όπου κάτι πήγαινε στραβά, περίκλειστα οικογενειακά πλαίσια κατάστικτα από βία και ένταση, είχες ξαφνικά και κάποιες διεθνείς επιτυχίες, κυρίως στον κινηματογράφο, με αρχή το Σπιρτόκουτο, αλλά κυρίως τη Στρέλλα και τον Κυνόδοντα, που δώσανε και ένα στίγμα. Αντίστοιχα πράγματα συνέβαιναν και στη λογοτεχνία και στο θέατρο. Είδα λοιπόν το θέμα-οικογένεια να επιστρέφει, σε μια εποχή κρίσης, και ταυτόχρονα και ως θέμα συζήτησης. Παίζει ρόλο, σίγουρα, το ότι βρισκόμουν και στο εξωτερικό, γιατί εκεί ήταν ακόμα πιο έντονη η ερώτηση «τι συμβαίνει με την ελληνική οικογένεια; Γιατί όλοι οι Έλληνες ξαφνικά μιλάνε για την οικογένεια;». Σκέφτηκα λοιπόν αντί να το αποφύγω, με το εύκολο «ρε παιδιά δεν είναι όλα τα ελληνικά κείμενα για την κρίση και την οικογένεια, και δεν είναι όλες οι ελληνικές οικογένειες σαν αυτή του Σπιρτόκουτου», να κάνω το αντίθετο: να δω αν υπάρχει μια πολιτική συνθήκη που μας βοηθάει να μιλήσουμε για όλα αυτά τα κείμενα και τις συζητήσεις μαζί, όσο κι αν ενδεχομένως κάποια στοιχεία τους δεν συνδέονταν εξαρχής. Μια πολιτική ανάγνωση είναι όμως αυτή που μπορεί να υποστηρίζει συνδέσεις και να τις προχωράει, κι εγώ κάτι τέτοιο προσπάθησα τελικά να κάνω με αφορμη την «ελληνική οικογένεια την εποχή της κρίσης».

Το δεύτερο σημείο εκκίνησης του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο τόσοι κριτικοί, ανάμεσά τους κι εγώ, πολιτικοποιήσαμε τα αναλυτικά μας εργαλεία και τα δημοσιοποιήσαμε περαιτέρω στη διάρκεια αυτών των τελευταίων δέκα χρόνων. Είναι για μένα μια εποχή κατά την οποία οι πολιτισμικές σπουδές στην Ελλάδα βρέθηκαν προ των ευθυνών τους, και βγήκαν προς τα έξω ως μια βαθιά πολιτική κριτική. Άνθρωποι που έρχονταν από την κοινωνιολογία, την ιστορία, την ανθρωπολογία ή τις πολιτικές επιστήμες, και άλλοι όπως εγώ, που ερχόμουν από τις φιλολογικές σπουδές, αρχίσαμε να γράφουμε περισσότερο, να συνομιλούμε, και να συνδέουμε –γιατί αυτό είναι το μεγάλο αίτημα των πολιτισμικών σπουδών– τις αναγνώσεις μας: να μιλάμε ταυτόχρονα για κείμενα, για γεγονότα, για την πολιτική συνθήκη και να μην φοβόμαστε να εκτεθούμε όσο το κάναμε αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι μια τέτοια κριτική διάθεση να συνδέσεις και να πολιτικοποιήσεις καθώς αναλύεις αναπαραστάσεις, καλλιτεχνικές τάσεις και γενικότερα την κουλτούρα, χαρακτηρίζει πλέον τις νεότερες γενιές χωρίς αγκυλώσεις. Το ΣΚΡΑ-punk είναι ωραίο παράδειγμα, το κάνετε αυτό χωρίς να δίνετε λογαριασμό ή να απολογείστε, εκπροσωπείτε ουσιαστικά μια νέα περίοδο στην ελληνική πολιτισμική κριτική. Προφανώς δεν λέω ότι εφευρέθηκε ένας εντελώς καινούριος κριτικός λόγος τα τελευταία χρόνια, υπήρχαν όλα αυτά και στο παρελθόν, έχουμε 3-4 δεκαετίες τρομερά καλής πολιτικής-πολιτισμικής κριτικής στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία 10 χρόνια εμφανίζεται αυτή η τάση με περισσότερη ένταση, πλαισίωση και διεκδίκηση ενός χώρου. Κάποια από τα κείμενα του βιβλίου μου, λοιπόν, ξεκίνησαν ως μικρότερες παρεμβάσεις σε εφημερίδες ή σε περιοδικά, και από το feedback που έλαβα αποφάσισα να γυρίσω σε αυτά και να πατήσω πάνω τους γράφοντας μια μονογραφία.

 

 

Νίκος Σταματίνης: Γιατί να γράψει, λοιπόν, κανείς ένα βιβλίο για την οικογένεια σήμερα; Είναι όντως ένα θέμα τόσο διαχρονικό; Πώς διαφοροποιείται το βιβλίο σου από άλλα, κοινωνιολογικά λ.χ., για το ίδιο ζήτημα;

 

ΔΠ: Δεν έγραψα μια κοινωνιολογική μελέτη. Γι’ αυτό ενδεχομένως να μην αντιπροσωπεύεται πλήρως στο βιβλίο η εξειδικευμένη κοινωνιολογική βιβλιογραφική συζήτηση για την οικογένεια. Αυτό που κάνω είναι μια μελέτη πολιτισμικής κριτικής, μια ανάγνωση που ξεκινάει από το σήμερα, και μια ανάλυση που προσπαθεί να εξακτινωθεί, προς το παρελθόν, προς άλλα συμπεράσματα, προς διεπιστημονικές συνδέσεις, όσο αυτό μπορεί να γίνει. Το βιβλίο δεν κλείνει κανένα θέμα, αλλά ανοίγει πολλά, και αυτό το διαφοροποιεί από άλλες αντίστοιχες προσεγγίσεις.

Το άλλο χαρακτηριστικό του είναι η έμφαση στην έννοια του αρχείου. Προσπαθώ να δω τη συζήτηση για την οικογένεια ως μέρος μιας μεγαλύτερης συζήτησης που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και η οποία συνδέεται με τις νέες προσεγγίσεις πάνω στην ιστορία και την αρχειακότητα. Ξανασκεφτόμαστε αυτό τον καιρό στην Ελλάδα τη σχέση μας με το παρελθόν, και το πώς ανατοποθετείται αυτή η σχέση στο παρόν. Όποιος θέλει να μιλήσει για τη σύνδεση παρελθόντος-παρόντος και το πώς επηρεάζει την πραγματικότητα στην οποία ζει, ουσιαστικά ξαναφτιάχνει ένα αρχείο, κάθε φορά, κάθε στιγμή. Αυτή η έννοια του δυναμικού αρχείου, μια σχέση μας με την Ιστορία που αναθεωρείται διαρκώς, έχει επηρεάσει πολύ το βιβλίο μου, ακριβώς γιατί θεωρώ ότι οι αφηγήσεις για την οικογένεια είναι εκτός των άλλων και μια αλληγορία των σχέσεών μας με το πολιτισμικό αρχείο και με τη γενεαλογική κριτική. Δείχνουμε οικογένεια, αλλά το πιο συχνά θέλουμε να μιλήσουμε για κοινωνία, για πολιτική, και για ιστορία.

Το βιβλίο προτείνει να δούμε όλες αυτές τις ιστορίες ανθρώπων που τρώνε τις σάρκες τους μέσα στην ελληνική οικογένεια ως ιστορίες ανθρώπων που θέλουν να ξαναμιλήσουν για την ελληνική κοινωνία, την ελληνική ιστορία, το ελληνικό παρελθόν, αλλά και τη σχέση του με το σήμερα. Δεν κάνω δηλαδή ούτε μια κοινωνιολογία της ελληνικής οικογένειας, ούτε μια ιστορία της ελληνικής οικογένειας, ούτε καν μια απόλυτη καταγραφή του θέματος «ελληνική οικογένεια» στην ελληνική κουλτούρα. Αυτό που κάνω είναι να μπαίνω μέσα στο θέμα έτσι όπως τίθεται σήμερα και να προσπαθώ να δείξω τι συμβαίνει όταν κανείς το προσεγγίζει με αναλυτική διάθεση και κριτική ευρηματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι αφήνω κάθε κεφάλαιο να με πάει κάπου αλλού, μολονότι ξεκινώ από μια κλασική εισαγωγική συζήτηση.

 

 

ΧΤ: Στο βιβλίο υποστηρίζεις ότι η οικογένεια ως θεσμός και ως κύτταρο λειτουργεί σε τρία αλληλοδιαπλεκόμενα επίπεδα, το συμβολικό, το πειθαρχικό, και το βιοπολιτικό. Αυτός ο θεσμός, όπως γράφεις, είναι αναγκαίος για τη συγκρότηση και τη λειτουργία του έθνους-κράτους, και φέρνεις ως παράδειγμα το ελληνικό Σύνταγμα, όπου η οικογένεια λειτουργεί ως κράτος και το κράτος ως οικογένεια. Γιατί τελικά η οικογένεια είναι μια τόσο διαρκής μεταφορά για να μιλήσουμε για διαφορετικά πράγματα, και ιδίως για την πολιτική;

 

ΔΠ: Η εκτενής απάντηση θα με πήγαινε στην εισαγωγή του βιβλίου, όπου μιλάω για το πώς στην οικογένεια συμπλέκονται διάφορες τροπικότητες της εξουσίας: από την πειθάρχηση, μέχρι την οργάνωση των σωμάτων που μετράνε, των μη κανονικών σωμάτων, των απωθημένων, των ταμπού, των σχέσεων των ανθρώπων, της μελλοντικότητας, της σχέσης με τον κοινωνικό ιστό –δηλαδή πώς εκεί ξεκινούν προβολές όπως η σχέση με την ιστορία, η πολιτειότητα, η εθνική ταυτότητα, η σεξουαλικότητα. Η σύντομη απάντηση είναι ότι η οικογένεια σου μαθαίνει όχι μόνο πώς να κινείσαι και να ζεις, αλλά σου μαθαίνει και πώς να συμβολοποιείς. Είναι ταυτόχρονα η πηγή του ρεαλισμού και η πηγή της αλληγορίας, δηλαδή η πρώτη μας σχέση με το συμβολικό προκύπτει εντός οικογένειας, όπως και η πρώτη μας σχέση με τις ρεαλιστικές συνθήκες του βίου –είτε είναι η τάξη, η σχέση με τη γεωγραφία, η παιδεία κ.ο.κ.

Δεν θεωρώ προφανώς ότι όλοι οι άνθρωποι ζουν στο ίδιο σύστημα της οικογενειακότητας – κάθε άλλο. Όμως, ακόμα κι όταν λείπει, ο ρόλος του οικογενειακού πλαισίου για τη δημιουργία βασικών κατηγοριών της αντίληψης, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο, φαίνεται να είναι κοινός. Η οικογένεια ως θεσμός μπορεί να μην είναι το ίδιο για όλους. Όμως ως σχήμα είναι από τους πρώτους υπεύθυνους και για τη ρεαλιστική και για την φαντασιακή και συμβολική μας σχέση με την πραγματικότητα, μια συνθήκη που η τέχνη φαίνεται να εκμεταλλεύεται διαρκώς. Αίφνης βλέπεις στη σκηνή μια μάνα να τσακώνεται με μια κόρη, και δεν είσαι σίγουρος αν αυτό που είδες είναι ρεαλισμός – μια σκηνή που θα μπορούσες να λαθρακούσεις την επομένη και από το διπλανό διαμέρισμα – ή μια κοινωνική αλληγορία που πιέζεσαι να αποκωδικοποιήσεις.

 

Η ελληνική οικογένεια ως αναπαράσταση

 

ΝΣ: Ας πάμε λίγο στον Κυνόδοντα σαν παράδειγμα. Εκεί βλέπουμε ηθοποιούς που είναι φανερά ενήλικες να παίζουν έναν ρόλο εξαρτημένου μέλους της οικογένειας –έναν ρόλο παιδιού ουσιαστικά. Αυτή η αναπαράσταση θα μπορούσε να συσχετιστεί με τον λόγο εν μέσω κρίσης για τους νέους Έλληνες, οι οποίοι μένουν στην οικογενειακή εστία μέχρι τα 30-35. Αυτό παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως αιτία και αποτέλεσμα της κρίσης.

 

ΔΠ: Βλέπεις, εν προκειμένω κι εσύ μπλέκεις, σε μια ταινία τόσο αλληγορική, ένα ρεαλιστικό ερώτημα. Ο Κυνόδοντας είναι ταυτόχρονα μια ταινία για τον εγκλεισμό και την πειθάρχηση, αλλά είναι και μια ταινία για το τι συμβαίνει στα παιδιά που δεν μπορούν να φύγουν από το σπίτι τους. Είτε είναι καλή είτε κακή ταινία –αυτό θα το κρίνει ο καθένας μόνος του–, είναι πάντως μια ταινία στην οποία διαρκώς επανερχόμαστε, μάλλον γιατί συνέβησαν τόσα πολλά στην Ελλάδα μετά το 2009 που παίχτηκε η ταινία. Ένα από αυτά που συνέβησαν, είναι ότι οι νέοι όντως γύρισαν πίσω στα σπίτια των γονιών τους και αναγκάστηκαν περισσότερο να στηριχθούν στα δίκτυα υποστήριξης που φτιάχνει η ελληνική οικογένεια. Ταυτόχρονα είδαμε να αυξάνεται, ξανά, και η αίσθηση του εγκλωβισμού που αυτά τα δίκτυα χρησιμοποιούν και δημιουργούν.

Η ελληνική οικογένεια ξαναέμαθε να συγκατοικεί, να χρησιμοποιούν όλοι μαζί ένα εισόδημα των μεγαλύτερων μελών, καμιά φορά τη σύνταξη του παππού και της γιαγιάς. Πολλοί νέοι, στηριγμένοι συχνά στο οικογενειακό εισόδημα, επέστρεψαν συχνά στις μεταπτυχιακές σπουδές, συμμετέχοντας στη γενικότερη κοινωνική τάση αναμονής –αυτό το «κάτι θα γίνει, θα δεις» που εξελίσσεται σε βασικό χαρακτηριστικό της εποχής–, και εκεί συνέβη το εξής οξύμωρο: στηρίχθηκε από τους νέους ένα κριτικός λόγος που είναι πολύ ενδιαφέρων (και εκτός των άλλων μιλάει και γι αυτήν την ιδιόμορφη αναμονή), αλλά και μια νέα οικονομία, που βασίζεται στο πρεκαριάτο και στη στήριξη από το δίχτυ της συγγένειας.

Ας μην ξεχνάμε, βεβαίως, ότι αυτή την εποχή η ελληνική οικογένεια έδειξε θεαματικά πώς, εκτός από βοήθεια, είναι και καταστατικό βάρος. Δείτε τι συμβαίνει, αίφνης, με τη μεγάλη φορολογία της ακίνητης περιουσίας. Συνήθως η ανάγνωση της ελληνικής οικογένειας ως υποστηρικτικής στηριζόταν στο ότι οι γονείς κοίταζαν πώς θα φτιάξουν σπίτια για τα παιδιά. Από τη στιγμή που αυτά τα ημιτελή σπίτια βαρύνθηκαν με τη βαριά φορολογία του ΕΝΦΙΑ, ξαφνικά αυτό που παλιά ήταν ευλογία –αυτό το γονεϊκό «εγώ σου έφτιαξα μισό σπίτι, εσύ θα το τελειώσεις για να μείνεις από πάνω μου»– μεταμορφώθηκε σε τρομερό βάρος.

Βλέποντας ξανά το βιβλίο βλέπω νέα στοιχεία. Αρχικά η έμφαση ήταν στο να δω σχέσεις εξουσίας, καταπίεσης, εγκλωβισμού· υπήρχαν όμως και άλλα στοιχεία σε ταινίες, μυθιστορήματα της τελευταίας δεκαετίας, που συνδέονται και με το οικογενειακό πλαίσιο, αλλά και με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, και που τώρα μπορώ να τα εκτιμήσω καλύτερα: πχ πολλά από αυτά τα κείμενα δείχνουν μια στάση. Ο κόσμος περιμένει. Στον Κυνόδοντα αυτά τα παιδιά δεν κάνουν τίποτα, περιμένουν. Υπάρχει μια πρόσφαση ταινία, το Park, όπου συμβαίνει ακριβώς το ίδιο· ακόμα και στις έντονες ταινίες, όπως το Miss Violence, υπάρχει το στοιχείο της αργοπορίας. Αυτό συνέβη και στις συζητήσεις μας: η εποχή μας εκφράζεται και από το «περιμένοντας τους βαρβάρους» και από το «κάτι θα γίνει, θα δεις». Δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο έπαιξαν ως σλόγκαν. Υπάρχει ένα άνοιγμα του χρόνου στην διάρκεια της αναμονής –όλοι, πχ., γυρίζουν στην πατρική εστία «προς το παρόν». Στο βιβλίο, συνειδητοποιώ τώρα, υπάρχει μια αναζήτηση και γι αυτό το «προς το παρόν» –όσο κι αν η ανάλυσή μου θέλει να δει την ενδεχόμενη ριζοσπαστική του πλευρά, τον τρόπο με τον οποίο ο Ενεστώτας μπορεί από στάση να γίνει κίνηση, ένας ενεστώτας αρχειακός, πολιτικός, διεκδικητικός.

 

 

 

ΧΤ: Γιατί συνδέονται τελικά τόσο πολύ ο λόγος περί κρίσης και ο λόγος περί οικογένειας; Και γιατί εν μέσω κρίσης έχουμε τόσες πολλές αναπαραστάσεις για την οικογένεια;

 

ΔΠ: Επιστρέψαμε στην οικογένεια γιατί από τη μία υπάρχει κάτι αντανακλαστικό. Όταν αισθάνεται κανείς ότι κάτι απειλείται –και εδώ απειλείται η έννοια του κοινωνικού, του του πολιτικού, του εθνικού, και του φαντασιακού χώρου– ξαναγυρνάει σε βασικές συζητήσεις, και το τι τρέχει με την οικογένεια είναι μια από αυτές. Δεύτερη αιτία, είναι μια έντονη τάση του συντηρητικού λόγου να επιστρέψει κι αυτός στην ελληνική οικογένεια, είτε γιατί πρέπει να επαναφευρεθούν οι αξίες, είτε γιατί θα πρέπει να επαναφευρεθούν οι οικογενειακές οικονομίες. Τρίτον, ένας ας πούμε προοδευτικός λόγος θέλησε να μιλήσει για τις ενδεχόμενες παθογένειες που υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία, και χρησιμοποίησε την οικογένεια ως ένα μοντέλο μεταφοράς. Ένας τέταρτος λόγος μπορεί να είναι και κάπως τυχαίος: μπορεί να συνδέεται με τη διεθνή απήχηση που πήρε αυτή η συζήτηση (το να κάνεις μια ταινία ή ένα μυθιστόρημα στην Ελλάδα για την οικογένεια, ξαφνικά άρχισε να «πουλάει»). Ένας πέμπτος λόγος μπορεί να είναι η ένταση με την οποία η οικογενειακή συνθήκη –δηλαδή η οικογένεια ως οικονομικός, μελλοντιστικός και βιοπολιτικός προϋπολογισμός – βρέθηκε σε τρομερή πίεση.

Είναι αυτόματο αυτό που συνέβη έτσι όπως το περιγράφω, εντούτοις η επιστροφή στο θέμα οικογένεια –και κυρίως αυτό που ονομάζω οικογένεια-βραχυκύκλωμα– έφερε στην επιφάνεια και άλλα ζητήματα που ήταν πολύ έντονα την ίδια εποχή, για παράδειγμα το ζήτημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Πώς μιλάει δηλαδή κανείς μέσα από ένα σύστημα που το θεωρεί προβληματικό, και από το οποίο, ταυτόχρονα, δεν μπορεί να ξεφύγει; Η οικογένεια είναι ΤΟ θέμα που, για να μιλήσει κανείς γι’ αυτό, πρέπει να καταλάβει τη συνθήκη «παραμένω, επιμένω, αλλά είναι και σκατά». «Θέλω να κάνω κριτική, αλλά μιλάω με τον λόγο του προβλήματος». «Μιλάω από μέσα αλλά θα ήθελα να βγω προς τα έξω». Η οικογένεια είναι, δηλαδή, ένα κλασικό ζήτημα όπου η μεταφυσική δεν φτουράει –δεν μπορείς να σκεφτείς τον εαυτό σου «απ’ έξω».

Ο λόγος που δεν χρησιμοποιώ τόσο πολύ κοινωνιολογικές ή ανθρωπολογικές κριτικές στο βιβλίο μου, είναι ότι μου φάνηκαν αρκετά μεταφυσικές, τείνουν να μιλούν για τον οικογενειακό θεσμό από μια οπτική γωνία εξωτερική. Αλλά αν έδειξαν κάτι τα πολιτισμικά κείμενα για την οικογένεια στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων είναι η ανάγκη μας για το αντίθετο. Δείτε, πχ. τον Κυνόδοντα ή την Στρέλλα: μέσα από μια οικογένεια-βραχυκύκλωμα κάποιος προσπαθεί να βγει και να πει «εγώ θέλω να μιλήσω αλλιώς» –όχι σαν να έχει ξεπεράσει το βραχυκύκλωμα, αλλά εντελώς μέσα από το κέντρο του. Μοιάζει αυτό λίγο με μια συνθήκη που έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στην Ελλάδα: κάνουμε κριτική στο γονεϊκό πλαίσιο την ίδια στιγμή που στηριζόμαστε από αυτό· μιλάμε συνέχεια για χάσμα γενεών, και τρώμε το φαϊ από το τάπερ της μάνας ή φοράμε τα ρούχα από το πλυντήριό της· αποδομούμε την αγία ελληνική οικογένεια, ενώ ζούμε στο οικογενειακό δώμα, στο οικογενειακό πανωσήκωμα.

 

ΝΣ: Να επιστρέψουμε στις αναπαραστάσεις της οικογένειας. Ας φτιάξουμε ένα σχήμα και ας πούμε ότι υπάρχουν δύο ειδών αναπαραστάσεις: υπάρχει μια αναπαράσταση οικογένειας που βλέπει την οικογένεια με κριτικό λόγο όπως οι ταινίες Miss Violence και Kυνόδοντας, αλλά υπάρχει κι ένα ακόμη μεγαλύτερο ενδεχομένως κομμάτι, όπου ουσιαστικά όλα μένουν σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα– σε τηλεοπτικές σειρές όπως για παράδειγμα Το Σόι σου, ή το Πίσω στο Σπίτι κ.ο.κ. Σε αυτές είδαμε μια επανασύνδεση της οικογένειας λόγω της κρίσης, με έναν καθόλου αποδομητικό λόγο. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά κάθε αναπαράστασης; Αυτές οι αναπαραστάσεις αφορούν το ίδιο κοινό ή απευθύνονται σε διαφορετικά κοινά;

 

ΔΠ: Πολύ ωραία ερώτηση. Και δεν ξέρω πόσο χώρο δίνω σε αυτό τον προβληματισμό στο βιβλίο, αν και κάτι λέω στην εισαγωγή. Γιατί την εποχή της κρίσης δεν εκφράστηκε μόνο μια αγωνία για την οικογένεια-βραχυκύκλωμα, συνέβη και το αντίθετο: η αγία ελληνική οικογένεια ήρθε και ως σύμβολο ασφάλειας «για να ξεπεράσουμε την κρίση». Την ίδια στιγμή που στο σινεμά βλέπαμε τον Κυνόδοντα, τη Στρέλλα ή το Miss Violence και στο θέατρο έγινε μόδα ξανά η Αναγνωστάκη και ο Δημητριάδης, ταυτόχρονα στην τηλεόραση, στη δημοφιλή λογοτεχνία και στο θέατρο έγινε και η επαναφορά μιας ηθογραφίας της ελληνικής οικογένειας που είναι υποστηρικτική και που μπορεί να λύνει προβλήματα. Από τη μια ο Δημητριάδης και η Κιτσοπούλου, από την άλλη η Λωξάντρα και οι Μάγισες της Σμύρνης.

Είναι μεγάλο ερώτημα αν τελικά αυτά τα δύο πλαίσια, οι δύο τάσεις, μιλάνε σε διαφορετικό κοινό, με την ας την πούμε συντηρητική ή ηθογραφική τάση να είναι μάλιστα η δεσπόζουσα. Πιο πολύς κόσμος είδε, για παράδειγμα Το Σόι σου ή το Πίσω στο Σπίτι από τη Στρέλλα. Είναι όμως πάντα έτσι; Εδώ οι πολιτισμικές σπουδές βοηθούν σε μια απάντηση: γιατί η δυναμική ανάγνωση των πολιτισμικών κειμένων που προτείνουν, ουσιαστικά δείχνει τη δυνατότητα που έχουν τα κείμενα να κυκλοφορήσουν σε διαφορετικές χρονικότητες και με διαφορετικούς τρόπους στις δυνητικές τους αναγνώσεις.

 

Το αντιμετώπισα και παλιότερα αυτό στη δουλειά μου. Θυμάμαι όταν στο διδακτορικό μου έγραφα για τα τραγούδια του Σαββόπουλου της χούντας, και η μία εξεταστής με ρώτησε «μα αυτά άκουγε τότε ο κόσμος»; Προφανώς, δεν λειτούργησαν όλα τα τραγούδια του Σαββόπουλου μέσα στη χούντα με τον ίδιο τρόπο, κι αυτά που λειτούργησαν δυναμικά τα άκουσε κυρίως η νέα γενιά. Πολλά χρόνια μετά όμως, μπορούσε κανείς να διαβάσει ολόκληρη την αντίσταση στη χούντα με όχημα το Σαββόπουλο (κάτι τέτοιο έκανα εγώ στην πρώτη μου μονογραφία), όχι γιατί τον άκουγαν τότε όλοι, αλλά γιατί αυτό που είχε προτείνει έφτιαχνε σχήματα, εξέφραζε νέους αναλυτικούς τρόπους να αντιμετωπίσει κανείς την εποχή, έβγαζε στην επιφάνεια καινούριες ιδέες και τρόπους έκφρασης, δημιουργούσε ρωγμές. Είναι προφανές αυτό από την πορεία τους, τα τραγούδια του Σαββόπουλου κατέκτησαν μια επαναληπτική σχέση με την πραγματικότητα· επανέρχονταν, εξέφραζαν καινούργιες καταστάσεις, δυναμικές αντιστάσεις. Γίνονταν πεδίο αντιπαραθέσεων αλλά και της διάθεσης να ξανακοιτάξει κανείς το παρελθόν από το οποίο είχαν βγει.

Το ίδιο θα συμβεί νομίζω και στην Ελλάδα με τα πιο δυναμικά κείμενα που βγήκαν κατά τη διάρκεια της Κρίσης, και δη αυτά που μίλησαν με τρόπο οξύτερο για την οικογένεια και την πολιτειότητα: ξαναβλέποντας πώς λειτουργούν τα τελευταία χρόνια, τις τάσεις, τις ιδέες και τις συζητήσεις που αναπτύχθηκαν στη βάση τους, εντέλει αναθεωρείς την έννοια του μείζονος και του ελάσσονος, όπως και το σε ποιο κοινό τελικά απευθύνονταν. Ποιος θυμάται ότι η Στρέλλα στην πρώτη της προβολή έκοψε 60.000 εισιτήρια; Ποιος δεν την ξέρει όμως τώρα; Η επιρροή και αποδοχή της έχει μείνει παροιμιώδης. Και ο Κυνόδοντας έχει γίνει κάτι σαν πολιτισμικό σύμβολο. Το ίδιο συμβαίνει με μυθιστορήματα που λειτούργησαν σιγά σιγά με το κοινό, ή που διαβάστηκαν στην αρχή από πολύ λίγους πριν το λεξιλόγιό τους καταλήξει κοινόχρηστο, ή πριν επηρεάσουν άλλα κείμενα που είχαν  μεγαλύτερη επιτυχία. Ακόμα και το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, η μεγαλύτερη λογοτεχνική επιτυχία των τελευταίων χρόνων, συνδέεται με έναν πολύ υπόγειο τρόπο με την συζήτηση για την ευρεία συγγένεια σε εποχές κρίσης. Το ενδιαφέρον με το συγκεκριμένο βιβλίο είναι πως κανείς μπορεί να το δει και πολύ παραδοσιακά και πολύ ριζοσπαστικά· να το διαβάσει δηλαδή και ως ηθογραφία, και ως μια υπονομευτική και κριτική αφήγηση για τη συγγένεια και την ιστορία.

 

 

Η ελληνική οικογένεια στoν αστερισμό της πολιτικής

 

ΧΤ: Συνήθως, όταν μιλάμε για κοινωνικούς μετασχηματισμούς και  κριτική διακρίνουμε χονδρικά διαφορετικές και αντίπαλες τάσεις. Αλλά νομίζω ότι πολλές φορές πέφτουμε κι εμείς οι ίδιοι στη λούμπα να μιλήσουμε μόνο για τις υπονομευτικές ριζοσπαστικές τάσεις, θεωρώντας ότι αυτές εξελίσσονται ενώ οι απέναντι, οι «παραδοσιακές» ή «συντηρητικές» τάσεις δεν εξελίσσονται και μένουν στατικές. Για παράδειγμα, τα τηλεοπτικά σήριαλ τύπου «πίσω στην οικογένεια», νομίζω ότι και αυτά έχουν νέους κώδικες, έχουν κι αυτά εκσυγχρονιστεί σε σχέση με τα παλιότερα που παράγονταν. Δηλαδή, και η ίδια η εντός πάρα πολλών εισαγωγικών συντηρητική οπτική για την οικογένεια, κι αυτή έχει παράξει ένα δικό της νέο λόγο που προσπαθεί να υπερασπιστεί πράγματα. Δεν είναι απλώς ότι μένει πίσω και οι άλλοι προχωρούν μπροστά.

 

ΔΠ: Είναι πάρα πολύ σωστό και ουσιαστικό αυτό. Δεν το ξεχνώ. Αξίζει να μελετηθεί κι αυτό, πώς δηλαδή, παράλληλα με την εικόνα της «οικογένειας-βραχυκύκλωμα», εξελίσσεται κι ο λόγος της «οικογένειας-ασπίδα» θέλοντας και αυτός να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της νέας εποχής. Αξίζει έτσι να μελετηθεί το πώς, τη στιγμή που όλοι μιλάμε για έναν μετασχηματισμό της ίδιας της οικογενειακότητας και την μαζικοποίηση του κινήματος φύλου και σεξουαλικότητας που αναφέρεται σε άλλου τύπου οικογένειες, αναδύεται ταυτόχρονα και μια εκσυγχρονισμένη πολύ συντηρητική εικόνα για την οικογένεια, η οποία πολύ συχνά μάλιστα εκμεταλλεύεται τα αιτήματα των νέων κινημάτων. Το μεγάλο παράδειγμα εδώ έρχεται από το εξωτερικό αλλά θα το δούμε και στην Ελλάδα σιγά σιγά. Το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν στη Γαλλία, για παράδειγμα, έχει εκσυγχρονίσει την κατά τα άλλα πολύ παραδοσιακή και εθνορατσιστική αντίληψη για την οικογένεια που το χαρακτηρίζει, υιοθετώντας ταυτόχρονα μια φιλομοφυλόφιλη, gay-friendly, ατζέντα, ιδιαίτερα μέσω της κομματικής του νεολαίας. Τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων (αλλά και της οικογένειας ομοφύλων) έρχονται έτσι να γίνουν για το συγκεκριμένο κόμμα ο μοχλός για ένα καινούριο λεξιλόγιο εναντίον μεταναστών και ένας τρόπος να αναπαραχθεί με νέο λεξιλόγιο η εικόνα της λευκής, συντηρητικής, περίκλειστης, γαλλικής οικογένειας.

Η προοδευτική κουήρ θεωρία, με την οποία συνομιλώ, και τα κινήματα φύλου και σεξουαλικότητας, έχουν βεβαίως αντιδράσει σε όλα αυτά, και θεωρώ με επιχειρήματα καίρια. Από τη μια πλευρά με παρεμβάσεις που θυμίζουν, όπως γίνεται σε ένα πρόσφατο βιβλίο της Μελίντα Κούπερ τις σχέσεις της «παραδοσιακής οικογένειας» με τον νεοφιλελευθερισμό. Από την Θάτσερ και το πρόγραμμά της για την αγορά εργατικών κατοικιών από οικογένειες, ως την υποστήριξη των Αμερικανών νεοφιλελεύθερων θεωρητικών στα gay δικαιώματα και κυρίως τον γάμο, η Κούπερ δείχνει πόσο ο νεοφιλελευθερισμός υποστηρίζει την παραδοσιακή συντηρητική (πλην και εκσυγχρονισμένη) οικογένεια ακριβώς γιατί ταιριάζει με την ευρύτερη στόχευσή του, την επέκταση του μοντέλου άνθρωπος-επιχείρηση.

Στον ίδιο τόνο και με ακόμα πιο διεκδικητική στόχευση, αναπτύσσεται και η συζήτηση για την «ομοκανονικότητα» (homonormativity), τον ομοεθνικισμό (homonationalism), και το ομοξέπλυμα (pinkwashing), με αιχμή του δόρατος την θεωρητικό Jasbir Puar αλλά και ευρείες κινηματικές πρωτοβουλίες. Εδώ στόχος της κριτικής γίνεται ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο συντηρητικές αξίες επαναπροωθούνται σήμερα μέσω ενός λόγου που μιμείται τον δικαιωματικό λόγο. Κι εδώ ο στόχος της κριτικής είναι αυτή η ιδέα ότι δήθεν χρειάζεται μια «κανονικότητα» για να μπορεί στη βάση αυτής της κανονικότητας –η οποία συνήθως είναι έμφυλη, είναι ταξική, είναι πολιτική και οικονομική με την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, κανονικότητα– και δήθεν μόνο με αυτή, να υποστηριχθούν και να εξασφαλιστούν δικαιώματα. Αντίθετα η κριτική με την οποία εγώ συντάσσομαι επιμένει ότι η «κανονικότητα» είναι μια αφήγηση στην οποία δεν χωρούν πραγματικές διεκδικήσεις. Ότι αντίθετα, διεκδικείς κάτι καινούριο μόνο όταν αφήνεις ταυτόχρονα τον χώρο για όλο και πιο ριζοσπαστικές και ανοιχτές διεκδικήσεις να έρθουν να συνεκφερθούν μαζί του. Ότι, δηλαδή, ποτέ δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις ένα ριζοσπαστικό αίτημα αν δεν αφήνεις ανοιχτή την πόρτα δίπλα του δυνητικά να στηριχθεί κι άλλο ένα ριζοσπαστικό αίτημα. Ακριβώς γιατι κάποτε και το δικό σου αίτημα ήταν απ’ έξω και χρειαζόταν αυτό τον ανοιχτό χώρο για να έρθει να συγκατοικήσει.

 

 

ΝΣ: Να γυρίσουμε τώρα και στις πολιτικές ταυτότητας. Κάποιες έρευνες λένε ότι υπάρχει ένα ρεύμα στην ελληνική κοινωνία που είναι υπέρ του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Από την άλλη όμως υπάρχει ένα συντριπτικό ποσοστό εναντίον της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Και θέλω να δούμε λίγο αυτό, το πώς αυτές οι πολίτικες στην Ελλάδα μέσα στην κρίση έλαβαν έναν μεγαλύτερο χώρο στον δημόσιο λόγο, πώς διαπλέκονται με το τι είναι οικογένεια και με τις βάσεις της οικογενειακότητας που συζητούμε. Πολύ ενδεικτικό είναι το παράδειγμα –μιας και εμείς έχουμε πολύ στο επίκεντρο την ποπ κουλτουρα– ότι ο Κυνόδοντας και η Στρέλλα έχουν αναγνωστεί κατεξοχήν ως μία έκφανση ανωμαλίας.

 

ΔΠ: Ας είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που συνέβη τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ήταν μια απευθείας σύνδεση της ήττας των αντιμνημονιακών αιτημάτων στο διεθνές επίπεδο με την προώθηση  προοδευτικών δικαιωματικών νομοθετημάτων, μεταξύ άλλων και για τα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας. Τα δικαιωματικά αιτήματα έχουν, ας μην ξεχνάμε, μια παλιά παράδοση στον χώρο της Ευρωαριστεράς, είναι κομβικά στοιχεία της ταυτότητάς της. Αυτό δεν μειώνει, προφανώς, ούτε την πολιτική τόλμη που έφερε συγκεκριμένα νομοθετήματα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ούτε τη δουλειά που έκαναν οι βουλευτές που έπρεπε να στηρίξουν αυτά τα νομοθετήματα στις επαρχίες όπου εκλέγονται. Απλώς παρατηρώ ότι τα τελευταία χρόνια, σε μια μεγάλη μερίδα κόσμου και με έναν περίεργο τρόπο, η αντίσταση στον ρατσισμό κάθε είδους αλλά και στην ομοφοβία και την έμφυλη βία, συνδέθηκε εμμέσως και με την αντιμνημονιακή ήττα. Αίφνης, για πολύ κόσμο, τούτα τα αιτήματα έγιναν οι σανίδες από τις οποίες μπορούσε να πιαστεί η ελληνική αριστερά για να συνεχίσει να αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερά.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πάντως, αυτό που είδαμε, ιδίως τα τελευταία 3-4 χρόνια, είναι μια εντυπωσιακή μεταστροφή του μεγάλου, του εθνικού κοινού σε σχέση με τις πιο ακραίες ομοφοβικές θέσεις: σήμερα στην Ελλάδα η ομοφοβία καταδικάζεται πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι παλιότερα, η ίδια η λέξη μπήκε για τα καλά στο λεξιλόγιό μας, όπως μπήκε και το bullying· υπόρρητη ομοφοβία, βεβαίως, υπάρχει και είναι ακόμα λειτουργική, δεν ξέρεις πότε θα ξεπεταχτεί μπροστά σου ενώ νόμιζες ότι τελείωσες μαζί της. Αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς ότι η διεύρυνηση του Συμφώνου Συμβίωσης πέρασε στη Βουλή το 2015 με μια ευκολία – μια σχεδόν εθνική ανάταση – που δεν περίμενε κανείς. Τα επόμενα νομοθετήμα – και η νομοθεσία για την αναδοχή, αλλά κυρίως η νομοθεσία για την ταυτότητα φύλου, από τις πιο προοδευτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο – μπορεί να μην βρήκαν την ίδια ευρεία αποδοχή, αλλά λειτουργούν ήδη, επηρεάζουν και δημόσιο λόγο και ιδιωτικές συνειδήσεις. Πιστεύω, δηλαδή, ότι υπάρχει μια τάση το εθνικό κοινό να είναι πλέον πιο προοδευτικό απ’ ό,τι φανταζόμαστε σ’ αυτά τα αιτήματα, και γι αυτό οι διεκδικήσεις των δικαιωματικών κινημάτων πρέπει τώρα να γίνουν ακόμα πιο ριζοσπαστικές, και κυρίως, πιο δημόσιες. Τώρα είναι, για παράδειγμα, η στιγμή να αρχίσουμε να συζητάμε τα πιο βαθειά, τα πιο δομικά, συστατικά της κοινωνικής μας συνοχής – όχι μόνο την υπόρρητη ομοφοβία και τον σεξισμό, αλλά και τον δομικό ρατσισμό, την έμφυλη βία, τον μπανάλ εθνοφυλετισμό, τον εξαιρετισμό, την άνεση με την οποία κάποιοι θεσμοί (μεταξύ τους και μερίδα της εκκλησίας, ατιμώρητα) μπορούν ακόμα να εκπέμπουν κηρύγματα μίσους.

 

 

ΧΤ: Μια τελευταία ερώτηση τώρα, ουσιαστικά το βιβλίο έρχεται μια στιγμή που κλείνουμε μια δεκαετία κρίσης, και προτείνει ένα σχήμα για να διαβάσουμε ή να περιοδολογήσουμε την περίοδο που προηγήθηκε. Θεωρείς ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ως εργαλείο τον λόγο για την οικογένεια για να διαβάσουμε την ίδια την κρίση; Πώς θα μας βοηθούσε ένα σχήμα «Οικογένεια Κορνίζα vs. Οικογένεια Βραχυκύκλωμα» για να περιοδολογήσουμε την Κρίση; Μπορεί να είναι αυτό ένα εργαλείο για να καταλάβουμε την περίοδο καλύτερα;

 

ΔΠ: Καλώς ή κακώς το θέμα της οικογένειας και το πώς αυτή αναπτύχθηκε ταιριάζει στην κλασική αφήγηση της κρίσης. Υπάρχει, ας πούμε, μια προοικονομία με ταινίες όπως το Σπιρτόκουτο (2004), ή το θεατρικό Σ’εσάς που με ακούτε της Αναγνωστάκη (2003), που δείχνουν ότι την ώρα του πάρτι σοβούσε ήδη μια κρίση. Ακολουθεί η περίοδος της αγωνίας για μια κρίση που έρχεται, με ταινίες όπως ο Κυνόδοντας (2009), ή με κάποια μυθιστορήματα του 2008-9 που αναλύω μέσα στο βιβλίο, όπως της Άντζελας Δημητρακάκη ή του Κορτώ. Ακολουθεί, μετά το 2010, η «βαθιά κρίση», που συμπίπτει με την μεγάλη επιστροφή και του θέματος οικογένεια στο σινεμά, το θέατρο και τη λογοτεχνία. Και, είναι αλήθεια, πλέον το θέμα έχει χάσει ίσως την ένταση που είχε τα προηγούμενα χρόνια· δεν ξέρω αν «βγήκαμε από τα μνημόνια», αλλά ίσως βγαίνουμε από αυτή τη μανία με το «θέμα οικογένεια». Όσο κι αν είναι σχηματικό, μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση το θέμα-οικογένεια να ακολουθεί λίγο τη συζήτηση για την Κρίση και μια απλοϊκή περιοδολόγησή της.

Αν όμως μιλήσω με θεωρητικούς όρους, και σε σχέση με το τι σημαίνει το δικαίωμα του διεκδικώ και η αναζήτηση της πολιτικής συμμετοχής –γιατί αυτό είναι ένα από τα βασικά θέματα του βιβλίου μου, η αναζήτηση της πολιτειότητας– τότε η περιοδολόγηση της Κρίσης δεν έχει τελειώσει, αλλά θα αναθεωρείται διαρκώς από τα καινούρια αιτήματα της πολιτειότητας, όσο θα υπάρχουν οι καινούριες καταπατήσεις τους. Έτσι, τα μνημόνια δεν τελειώνουν όταν λέμε ότι τελειώνουν, αλλά όταν οι καινούριες διεκδικήσεις που θα προκύψουν σταματήσουν να έχουν τα μνημόνια κάθε είδους ως στόχο τους. Άρα η περιοδολόγηση της Κρίσης θα αναθεωρηθεί, όπως θα αναθεωρηθεί και η σχέση μας με την «ελληνική οικογένεια» στο άμεσο μέλλον. Τίποτα δεν έχει ακόμα τελειώσει.

Όπως δεν έχουν τελειώσει, προφανώς, και κάποια από τα συνδεδεμένα ζητήματα που πιάνω στο βιβλίο πάντως, δεν έχουν τελειώσει καθόλου. Όπως το ζήτημα της ιστορικής κουλτούρας και του αρχείου, το πώς διαπραγματευόμαστε δηλαδή το παρελθόν, κάτι που παραμένει και θα συνεχίσει να είναι κεντρικός χώρος αντιπαράθεσης. Ή το ζήτημα των ΜΜΕ και της δημόσιας σφαίρας, που θα επανέλθει ως κρίσιμο το επόμενο διάστημα. Γιατί ένα μεγάλο παιχνίδι γίνεται τώρα γύρω από το ξαναμοίρασμα της δημόσιας σφαίρας και τους νέους τρόπους με τους οποίους αυτή, όσο κι αν θέλει να φαίνεται πιο δημοκρατική ή συμμετοχική, τείνει να ξαναγίνεται όλο και πιο περιοριστική, περιθωριοποιητική και υποαντιπροσωπευτική.

  • Social Links: