του Θοδωρή Ταλαμάγκα ….Η Λιζ του έδειξε το δωμάτιο και τον καληνύχτισε. Το δωμάτιο ήταν μικρό. Ένα τραπέζι, το κρεβάτι, ένα κομοδίνο, μια ντουλάπα διακοσμημένη με ψυχεδελικά σύμβολα.  Ένα μπανάκι….

Late Night Zone 15

του Θοδωρή Ταλαμάγκα

….Η Λιζ του έδειξε το δωμάτιο και τον καληνύχτισε. Το δωμάτιο ήταν μικρό. Ένα τραπέζι, το κρεβάτι, ένα κομοδίνο, μια ντουλάπα διακοσμημένη με ψυχεδελικά σύμβολα.  Ένα μπανάκι. Ήταν το ακριανό δωμάτιο του μπουρδέλου. Θα ‘χει λιγότερη φασαρία, του είπε η Λιζ. Άνοιξε τις βαριές κουρτίνες. Το κινέζικο μαγαζί ήταν απέναντι. Στην ταράτσα του, απλωμένα ρούχα σε περίεργα χρώματα. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κι είχε πάρει μια κοκκινωπή απόχρωση. Πήρε βαθιά ανάσα και έπεσε στο κρεβάτι. Η ζωή του ήταν τόσο σκατά που το σπίτι του πια ήταν ένα μπουρδέλο. Η σκέψη αυτή τον έκανε να χαμογελάσει. Τον πήρε ο ύπνος σιγά σιγά, με τα βογκητά που ακούγονταν αμυδρά απ’ τα άλλα δωμάτια να τον νανουρίζουν. 

 

 Ξύπνησε από έναν ήχο σαν χτύπημα. Άκουσε βρισιές. Σηκώθηκε και άναψε τσιγάρο. Άνοιξε το παράθυρο. Ησυχία. Αυτοκίνητα ακούγονταν μακριά. Κάποιες φωνές απ’ το μπαρ. Ανέπνευσε βαθιά τον υγρό αέρα του Λος Αντζελες. Κοίταξε το ρολόι. Τρείς η ώρα. Ήθελε να πιεί. Φόρεσε το τζιν και ένα πουκάμισο και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Οι ξύλινες σκάλες έτριξαν. Μια γυναίκα βογκούσε υπερβολικά. Το κεφάλι του ήταν σκατά. Κι όμως ύπνος δεν τον έπαιρνε. Ένας άντρας αδύνατος με το σώβρακο βγήκε απ’ το δωμάτιο και φώναξε με όλη του την δύναμη να του στείλουν κάποια άλλη, αυτή εδώ δεν θέλει να την γαμήσει απ’ τον κώλο. Η κοπέλα έκλαιγε και έτρεξε γρήγορα κάτω. Του φάνηκε πως την ήξερε. Κάποιος άλλος μούγκριζε σα ζώο. Μυρωδιά ιδρώτα στον αέρα. Κατέβηκε κάτω και βγήκε στον δρόμο. Μπήκε στο μπαρ και αγόρασε μια μπουκάλα ουίσκυ και μια εξάδα μπύρες. Δυό τύποι έπιναν και ούτε καν γύρισαν να τον κοιτάξουν. Γύρισε στο μπουρδέλο. Η Λιζ καθόταν και διάβαζε ένα βιβλίο του Θορώ. Τη ρώτησε που θα έβρισκε μια γραφομηχανή. Η Λιζ τον κοίταξε. Κι άλλος συγγραφέας; O Μάνος δεν είπε τίποτα. Ο Χανκ έχει μία. Πέρσι τα κορίτσια του έκαναν δώρο ένα λαπτοπ και δεν τη χρησιμοποιεί πια. Ο Χανκ; ρώτησε ο Μάνος. Η Λιζ τον κοίταξε. Ο Χανκ Λόουρι, είπε εκείνη. Ο συγγραφέας. Ο Μάνος άναψε τσιγάρο. Ο Χανκ Λόουρι μένει εδώ; Η Λιζ γέλασε. Όλοι οι πραγματικοί επαναστάτες μένουν εδώ αγόρι μου. Τα μάτια της γυάλισαν περίεργα. Δωμάτιο 32, είπε. 

 

 Ο Μάνος ανέβηκε πάνω. Μία απ’ τις κοπέλες τον χαιρέτησε και τον προσπέρασε. Έβγαινε απ’ το δωμάτιο 32. Ήταν ελαφρώς ζαλισμένος. Κοντοστάθηκε για λίγο ακουμπώντας στον τοίχο και ήπιε μια γουλιά απ’ το ουίσκυ. Μια λάμπα τρεμόπαιξε. Τα βογκητά ακούγονταν από παντού σαν μια συμφωνία στην κόλαση. Χτύπησε την πόρτα του Χανκ. Άργησε λίγο ν’ ανοίξει. Τελικά άνοιξε γυμνός. Ήταν ο άντρας που είχε δει στο λόμπι νωρίτερα εκείνο το βράδυ. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, ήταν αξύριστος, με τα μαλλιά του ανακατωμένα, έδειχνε πραγματικά κατεστραμμένος. Καμία σχέση με την φωτογραφία του όμορφου, πετυχημένου άντρα που βρισκόταν πίσω απ’ τα βιβλία του. Ρούφηξε τη μύτη του και κοίταξε το Μάνο μισοκλείνοντας τα μάτια του. Γεια σας κύριε Λόουρι. Ο Μάνος είχε ιδρώσει. Δεν ήξερε τι να πει στο πάλαι ποτέ λογοτεχνικό του είδωλο, που τώρα έμενε στο ίδιο μπουρδέλο μ’ αυτόν. Μου είπαν ότι έχετε μια γραφομηχανή που δεν χρειάζεστε, και αναρωτιόμουν αν θα μπορούσατε να μου την δανείσετε… Είμαι μεγάλος θαυμαστής. Τα βιβλία σας με έκαναν να θέλω να γίνω συγγραφέας και…. Ο Χανκ κοίταξε τη μπουκάλα με το ουίσκυ. Άσε τις μαλακίες τώρα κι έλα μέσα. Κερνάς ουίσκυ; 

 

.….Χρώματα. Πολλά διαφορετικά χρώματα. Πάντα ήμουν απο εκείνους που κοροιδευαν τις γκόμενες, για την εμμονή τους να περιπλέκουν τα χρώματα και να τα κάνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα πραγματικά ήταν. Για μένα υπήρχε μόνο μαύρο, άσπρο, κίτρινο, μπλέ, πράσινο, κόκκινο. Γι’ αυτές υπήρχε και σομόν και λιλά και μπορντό και χίλιες δυό άλλες μαλακίες. Δεν το δεχόμουν αυτό. Ομως μετά απο λίγες ώρες στο δωμάτιο του Χανκ, παρέα με την μαριχουάνα του, που μου είπε οτι ήταν ελληνική, γελώντας, και με τα θαυματουργά ινδιάνικα μανιτάρια του, τείνω να πιστέψω πως όντως οι γκόμενες έχουν δίκιο. Κάθε γαμημένο χρώμα ήταν διαφορετικό. Αλλαζε έστω και έναν τόνο και γινόταν αυτομάτως διαφορετικό, αυτονομημένο απο τη μάνα του, την κυρία βασικό χρώμα. Πήγα στο δωμάτιο του Χανκ για να πάρω τη γραφομηχανή και να γράψω. Το μόνο που δεν έκανα ήταν αυτό. Ο Χανκ μου μιλούσε για τον έρωτα της ζωής του, για την κόρη του, για το πως καμιά τους δεν ήθελε να τον βλέπει μπροστά της. Ηταν όρθιος, φορώντας μόνο το εσώρουχό του, και μιλούσε ακατάπαυστα, κάπνιζε χόρτο και έπινε ουίσκυ και μιλούσε συνέχεια, πηγαίνοντας πάνω κάτω και γω καθόμουν εκεί και κοιτούσα το γέρο συγγραφέα που θαύμαζα να λέει μαλακίες για αγάπες και για έρωτες και αισθήματα και για αλήθειες, να παραληρεί φωνάζοντας δυνατά κι εγώ καθόμουν κι έπινα και κάπνιζα κι έβλεπα τη Μελίνα μπροστά μου, με εκείνο το μπλέ, όχι δεν ήταν μπλέ, ήταν λουλακί, ναι τώρα το ξέρω ήταν λουλακί, φόρεμα, να μου λέει κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω και να θυμώνει και να φωνάζει και γω να μην ξέρω γιατί φωνάζει και να νιώθω μικρός, να νιώθω μικρό παιδί και θέλω να κλάψω άλλα δεν μπορούσα, εγώ ο μαλάκας, εγώ ο μαλάκας φταίω το ξέρω. Ο Χανκ φωνάζει πως είναι μαλάκας, η κόρη του τον μισεί και καλά κάνει, και συ δεν με μισείς Μάνο; Εγώ τον κοιτάω και λέω γιατί να σε μισήσω τι μου χεις κάνει; Κι ο Χανκ να γελάει, να γελάει και μου δίνει το χόρτο και έρχεται απο πάνω μου, γιατί λες οτι σε έκανα να γίνεις συγγραφέας, γι΄αυτό, και γω τον ρωτάω τι σχέση έχει αυτό, κι εκείνος λέει τα πάντα, τα πάντα, σε καταδίκασα δεν το βλέπεις, κι έχω τα διπλα σου χρόνια, ω γαμημένε Θεέ τι έκανα καταδίκασα ένα παιδί να γίνει συγγραφέας, και γω του λέω δεν καταλαβαίνω και μου λέει θα καταλάβεις και σώπασε. Υστερα χρώματα έντονα χρώματα, κι η πόρτα ν’ ανοίγει και μπαίνει ένας τύπος μαυριδερός και λέει σκάστε πια δεν μπορώ να γαμήσω με τις φωνές σας μαλάκες, κι ο Χανκ του έδωσε μια μπουνιά και του σπασε τη μύτη και γύρισε σε μένα και γέλαγε, γέλασα και γω, ο τύπος να φωνάζει, γαμημένε πούστη έσπασε τη μύτη μου, ω εσπασες την ωραία μου τη μυτούλα τι θα κάνω τώρα, κι ο Χανκ τον έφτυσε και του είπε να πάει να γαμηθεί και τότε ένας άλλος τύπος μπαίνει απ’ την πόρτα και ορμάει στον Χανκ και τον σωριάζει κάτω και τον χτυπάει στο στομάχι κι εγω πετάχτηκα πάνω και του φερα την γραφομηχανή στο κεφάλι κι εκείνος ούρλιαξε, κι ο Χανκ σηκώθηκε και μου λέει πάμε να φύγουμε κι αρπάζει ένα παντελόνι και βγήκαμε έξω γελώντας με την νιοστή μπουκάλα ουίσκυ να τελείωνει σιγά σιγά, κατεβαίνουμε τις σκάλες, τα κορίτσια να κοιτούν με απορία, η βαθιά φωνή της Λιζ να ρωτάει τι στον πούτσο συμβαίνει κι εμείς να βγαίνουμε έξω, ν’ αναπνέουμε τον αέρα της μεγάλης πόλης, μαζί και τις ανάσες όλων των κατοίκων της, και τ’ αποβλητά τους και τα καυσαέρια τους και το άρωμα του ωκεάνου, και περπατάμε δίπλα σε ανθρώπους που ξερνάνε έξω απο τα μπαρ, και οι ζητιάνοι και τα πρεζάκια να μην μας δίνουν σημασία, να μην μας κοιτούν καν, κι ύστερα τα μεγάλα φώτα τα χιλιάδες φώτα κι μετά το μπαρ, η μυρωδιά του ιδρώτα και του καπνού, το ουίσκυ στο στόμα μου, ο Χανκ να χουφτώνει μια μελαχρινή, ναι καρδιά μου ναι είμαι ο Χανκ Λόουρι, ο τεράστιος συγγραφέας κι εκείνος εκεί είναι ο Μάνος Αλεξίου, ναι ο Ελληνας, τον ξέρεις, μπράβο μωρό μου έχεις καλό γούστο στη λογοτεχνία, θα πηδηχτείς με την υψηλή διανόηση σήμερα κούκλα μου, κι άλλα χρώματα κι άλλο ποτό και όλα να γυρίζουν και εκείνη να εμφανίζεται μπροστά μου ξαφνικά, να χλωμιάζει, όχι όχι δεν άσπρισε όχι, ένα περίεργο μπεζ χρώμα πήρε το προσωπό της και τα μπλέ μάτια της, όχι όχι γαλάζια, γκρίζαραν, έτσι όπως τα φώτιζε πού και που μια αχτίνα, οταν με είδε, Μάνο, είπε, Σειρήνα, γέλασα, Σειρήνα, Σειρήνα, Σειρήνα, και την αγκάλιασα και χορεύαμε και όλα ήταν χρωματιστά, η μυρωδιά της, η γνώριμη μυρωδιά της, η πρώτη μυρωδιά, έιχε χρώμα κι αυτή, ήταν μωβ το έβλεπα, ήταν μωβ, κι η γεύση των χειλιών της ήταν κόκκινη, βότκα και ουίσκυ ίσον κόκκινο, και δεν έλεγα τίποτα, μόνο τ’ όνομά της, κι ούτε κι εκείνη έλεγε τίποτα, μόνο έτριβε τη μύτη της πάνω μου και έλεγε σώπα, και το λεγε τραγουδιστά, σιγομουρμουρίζοντας στο αυτί μου, κι οι άνθρωποι δίπλα μας ήταν απειλητικοί, ναι, ναι ήθελαν να με φάνε, όμως δεν με άγγιζε τίποτα τώρα, Σειρήνα, Σειρήνα, τραγούδα της έλεγα, τραγούδα και τρέλανέ με, τραγούδα και πάρε τα χαμένα μου μυαλά, πάρτα τα γαμημένα μου τα μυαλά. 

 

Το πρωί όλα χαμένα, αλλοιωμένα, θολά, ψεύτικα. Παραισθήσεις, όνειρα νοθευμένα. Σηκώθηκα στο δωμάτιο μου. Ενα ποτήρι με λίγη βότκα και το ίχνος απ’ το κραγιόν, το μόνο που θύμιζε την παρουσία της. Εξω έβρεχε. Μπουκάλια ουίσκυ πεταμένα στο πάτωμα. Κι η γαμημένη η γραφομηχανή πάνω στο γραφείο μ’ ένα λευκό χαρτί έτοιμο. Πήγα στο μπανιο και ξέρασα. Ξέρναγα πολύ ώρα, ώσπου πόνεσαν τα πλευρά μου. Κι ύστερα ξάπλωσα στο κρεβάτι, και κοιτούσα έξω τη σκοτεινή μέρα, για ώρα πολλή, ώσπου ο ήλιος γύρισε, το παράθυρό μου βρισκόταν στη δύση, γύρισε και με χτύπησε στο πρόσωπο, η καταιγίδα είχε σταματήσει κι ο ήλιος βγήκε τώρα, τι κρίμα που θα έδυε σε λίγο. Τι κρίμα. 

  • Social Links: