Γιώργος Παναγιωτόπουλος- Από τον Tiesto στο Ρέμο Το τέλος της δεκαετίας του ’90 και οι αρχές των 00’s σηματοδότησαν μια αλλαγή στον mainstream τρόπο διασκέδασης της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα…

Παχιές αγελάδες και αχαλίνωτο clubbing: Ιστορίες από την κρύπτη των ελληνικών 00s

Γιώργος Παναγιωτόπουλος- Από τον Tiesto στο Ρέμο

Το τέλος της δεκαετίας του ’90 και οι αρχές των 00’s σηματοδότησαν μια αλλαγή στον mainstream τρόπο διασκέδασης της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των νεανικών στοιχείων της. Πριν τη μεταιχμιακή περίοδο του περάσματος στη νέα χιλιετία, οι νεανικοί υπο-πολιτισμοί (sub-cultures)  έγιναν αντικείμενο δημιουργίας «ηθικών πανικών».

Από τη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι σήμερα, οι νέοι αποτελούσαν μια κοινωνική ομάδα στην οποία επιχειρήθηκε έλεγχος και προσπάθεια πειθάρχησης στα «χρηστά ηθικά και κοινωνικά πρότυπα» της εποχής. Οι νεανικές υποκουλτούρες διαχωρίζονταν με βασικό διαφοροποιητικό παράγοντα τη μουσική που απολάμβαναν και το συνακόλουθο στυλ που αυτή επίτασσε σε αυτούς που την άκουγαν.

Τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα, δίπλα στους «ροκαδες», τους «μεταλλάδες», τους «πάνκηδες», τους «χιπχοπάδες» και τους «σκυλάδες», άρχισε να δημιουργείται ένας σχετικά μικρός αλλά ιδιαίτερα αφοσιωμένος και προσηλωμένος υποπολιτισμός: αυτός των «ρεηβάδων». Η rave κουλτούρα στην Ελλάδα δεν είχε την απήχηση που απολάμβανε στην υπόλοιπη κεντρική Ευρώπη – ακόμα και σε σημείο ύπαρξης rave πολιτικού κινήματος- και ανέπνεε στις παρυφές της ηλεκτρονικής μουσικής, η οποία βρισκόταν σε πορεία κατάκτησης της mainstream νυχτερινής διασκέδασης με κυρίαρχα ενδεικτικά τοπόσημα το «Factory», το «Venue» και το «+Soda».

 

Η «κωστοπούλεια» έκφραση του lifestyle αγκάλιασε το χώρο του club και τον ενσωμάτωσε στον οδηγό διασκέδασης του σύγχρονου Έλληνα. Πρώτα για καφέ, έπειτα για ένα χαλαρό ποτό για ζέσταμα, στη συνέχεια στο club για χορό, μετά τις 2-3 τα ξημερώματα στα μπουζούκια και όποιος άντεχε υπήρχαν και τα «αφτεράδικα» όταν έκλειναν τα «σκυλάδικα». Η σημιτική έκφραση του εκσυγχρονισμού διατυμπάνιζε το θάψιμο των παλιών παθών και την ενιαία πορεία προς τα μπρος και αυτό συμβολικά επεκτάθηκε και στις μορφές διασκέδασης της κοινωνίας.

Στις αρχές του millennium, η «τελετουργία» της νυχτερινής διασκέδασης άρχισε να μεταλλάσσεται. Έπρεπε να γίνει πιο ανοιχτή και προσβάσιμη σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα τα οποία δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να ακολουθήσουν τις επιταγές του κυρίαρχου lifestyle. Τα clubs άρχισαν να συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμα τους και ελληνική ελαφρολαϊκή μουσική ενώ όσοι δεν συμμορφώθηκαν στη νέα τάση, είτε συρρικνώθηκαν και χάθηκαν από την αγορά της νυχτερινής διασκέδασης, είτε παρέμειναν ως σημεία συνάντησης και διασκέδασης ενός πυρήνα ανθρώπων που εξακολουθούσαν να διασκεδάζουν αποκλειστικά με ξένη ηλεκτρονική μουσική.

Αυτό το πέρασμα το βιώσαμε όσοι ενηλικιωθήκαμε στις αρχές της δεκαετία του 2000, με μαθητικές χοροεσπερίδες και σαββατιάτικες εξόδους σε τέτοιου είδους club. Εκεί, μέχρι την 01:00-01:30, ο DJ διασκέδαζε τους θαμώνες με ξένες επιτυχίες της mainstream ηλεκτρονικής μουσικής και στη  συνέχεια άλλαζε σε ντόπιες ελληνικές επιτυχίες. Σίγουρα θα μου μείνει αξέχαστη εκείνη η πρωτοχρονιά του 2003 όταν σε ένα από τα τοπικά μεγάλα clubs της Καλαμάτας ο DJ μετά τον Tiesto έβαλε Ρέμο.

 

Γιώργος Αρχόντας- Οι παχιές αγελάδες

Εγένετο δέ μετά δύο ἔτη ἡμερῶν, Φαραώ εἶδεν ἐνύπνιον· ᾤετο ἑστάναι ἐπί τοῦ ποταμοῦ, καί ἰδού ὥσπερ ἐκ τοῦ ποταμοῦ ἀνέβαινον ἑπτά βόες καλαί τῷ εἴδει καί ἐκλεκταί ταῖς σαρξί καί ἐβόσκοντο ἐν τῷ ῎Αχει. ἄλλαι δέ ἑπτά βόες ἀνέβαινον μετά ταύτας ἐκ τοῦ ποταμοῦ αἰσχραί τῷ εἴδει καί λεπταί ταῖς σαρξί καί ἐνέμοντο παρά τάς βόας ἐπί τό χεῖλος τοῦ ποταμοῦ· καί κατέφαγον αἱ ἑπτά βόες αἱ αἰσχραί καί λεπταί ταῖς σαρξί τάς ἑπτά βόας τάς καλάς τῷ εἴδει καί τάς ἐκλεκτάς ταῖς σαρξί. ἠγέρθη δέ Φαραώ.

 

Γύρω στο 2004, το Κολωνάκι είχε δύο Starbucks, ένα στη Σκουφά κι άλλο ένα στην Πατριάρχου Ιωακείμ. Σήμερα έχουν κλείσει και τα δύο.

 

Γύρω στο 2004, το Savoir-vivre του Χρήστου Ζαμπούνη ήταν στη λίστα με τα ευπώλητα. Σήμερα, ο συγγραφέας του μιλά για την εποχή που ήταν εξαρτημένος στην κοκαΐνη.

 

Γύρω στο 2004, η Πλατεία Θεάτρου ήταν ο απόλυτος νυχτερινός προορισμός και η γειτονιά που τώρα όπου να ‘ναι θα πάθαινε gentrification. Σήμερα γράφει καλά στην κάμερα μόνο λίγο μετά τα ξημερώματα.

Γύρω στο 2004, η lounge electronica και η γλυκιά μποσανόβα ήταν της μόδας. Σήμερα της μόδας είναι τα αγριονταούλια των VIC.

 

Γύρω στο 2004 ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους που πήραμε το Euro, τη Eurovision, το Eurobasket, και για άλλα υπέροχα πράματα. Σήμερα τα νησιά Φερόε μας γλεντάνε μέσα-έξω, ο Μήτρογλας παίζει στο εξωτερικό, ο Σπανούλης μαμά γερνάω, τον Αντετοκούμπο τον βλέπουμε μόνο στις οθόνες, άλλα υπέροχα πράματα έχουν καιρό να συμβούν.

(c) National Trust, Attingham Park; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Γύρω στο 2004, οι τράπεζες σε παίρνανε και δεν το σήκωνες γιατί ήξερες ότι θα σε πρήξουν να πάρεις προεγκριμένο δάνειο. Σήμερα σε παίρνουν και δεν το σηκώνεις – και καλά κάνεις.

Γύρω στο 2004 το MEGA την είχε δει TV5, το Βήμα Le Monde, o Ελεύθερος Τύπος El País. Σήμερα ο Φουρθιώτης είναι περίπου άνκορμαν.

(c) Tamworth Castle; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Γύρω στο 2004, o Φοίβος αναρωτιόταν αν η Βανδή κι ο Λεμπέσης μπορούν να το γυρίσουν σε γκάρατζ πανκ. Σήμερα ξημερώματα δίνεις δικαιώματα.

Τι να λέμε τώρα, εκείνες ήταν εποχές – είχαμε σέβας, κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοιχτά, δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα και ούτω καθεξής. Αααααχ, τι τα θες κυρ Χαράλαμπε, πάνε τα χρόνια, φεύγουνε.

  • Social Links: